Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Θράκη η Τριεθνής! 2. Βουλγαρία α΄: Β. Δ. Ροδόπη.



 21-25 Ιουλίου  2012
 
Έλατα και λίμνες στην καρδιά της Βόρειας Ροδόπης!
(21 Ιουλίου 2012)
Ήταν το 1984, όταν έβγαλα για πρώτη φορά διαβατήριο και πήρα από την τράπεζα το επιτρεπόμενο συνάλλαγμα των 250 δολαρίων. Το καλοκαίρι εκείνο βγήκα για πρώτη φορά από την Ελλάδα με προορισμό τη Βουλγαρία (Σόφια, Φιλιππούπολη, Μπόροβετς). Μου άρεσαν όλα σε εκείνο το ταξίδι. Που νάξερα τότε πως ήταν μοναδική η ευκαιρία που μου παρουσιάστηκε να δω μια χώρα του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, μιας και σχεδόν όλες θα κατέρρεαν λίγα χρόνια μετά.
Μετά από 21 χρόνια πήγα και πάλι, συνοδεύοντας μαθητές που επισκέπτονταν σχολείο της Σόφιας. Πήγαμε τότε επίσης Φιλιππούπολη, Νέσεμπαρ, Βάρνα, Βέλικο Τάρνοβο, Σαντάνσκι και Μέλνικ. Είδα πολλές αλλαγές από την πρώτη φορά, άλλες θετικές αλλά δυστυχώς οι περισσότερες αρνητικές.
Έτσι το φετινό μας ταξίδι είναι το τρίτο για μένα στους γείτονες. Τα περισσότερα μέρη όμως θα τα βλέπαμε για πρώτη φορά.


Ξεκινήσαμε το πρωί με προορισμό την Φιλιππούπολη (Plovdiv). Στο GPS βάλαμε διαδρομή μέσω του συνοριακού σταθμού Εξοχής Δράμας. Η διαδρομή αυτή θα μας έφερνε στην καρδιά της Βουλγαρικής Ροδόπης.
Μετά τη Δράμα αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και το τοπίο να γίνεται ενδιαφέρον, με πιο ωραίο τα κομμάτι πριν το Νευροκόπι.
Οι διατυπώσεις στους συνοριακούς σταθμούς ήταν τυπικές και γρήγορες. Μπαίνοντας η Βουλγαρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η νέου τύπου ταυτότητα αρκεί για να περάσει κανείς στη γειτονική χώρα. Πληρώσαμε 5 ΕΥΡΩ για τη βινιέτα 7 ημερών, και ο τελωνειακός σε άψογα ελληνικά, όταν του είπαμε πως θα μείνουμε 12 μέρες, μας πρότεινε αντί να αγοράσουμε τη μηνιαία που στοίχιζε περίπου 12,50 ΕΥΡΩ, να αγοράσουμε από βενζινάδικο άλλη μία των 5 όταν θα έληγε η πρώτη, όπως και κάναμε.
Το ταξίδι μας στη Βουλγαρία μόλις είχε αρχίσει. Οι δρόμοι στενοί, επαρχιακοί και ποιοτικά πολύ κακοί. Τα χωριά, καπνοχώρια και μίζερα. Φτώχια παντού. Φαίνεται πως το έχει η μοίρα των χωριών που βρίσκονται σε διάφορα σημεία των Βαλκανικών συνόρων, αδιάφορο από ποια μεριά. Η πορεία μας ήταν βορειοανατολική και σε λίγο αρχίσαμε να ανηφορίζουμε. Το τοπίο αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται ενδιαφέρον για να γίνει λίγες ώρες αργότερα μεγαλειώδες. Αλλά όλα με τη σειρά τους.
Καμιά ώρα μετά τα σύνορα μπήκαμε στη μικρή πόλη Satovtsa. Ο πρώτος οικισμός που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω όμορφο. Ένα ποταμάκι στη μέση, με κάμποσα γεφυράκια, πολλά πέτρινα, να βοηθούν στην επικοινωνία, και έλατα, που εδώ και λίγη ώρα είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Μια πράσινη πλατεία ήταν πρόκληση και πρόσκληση για μια στάση και ένα καφέ. Γύρω από την πλατεία μερικά καφενεία και εμείς διαλέξαμε το πρώτο, μιας και είχε «παχιά» σκιά.
Στην πλατεία ένα μνημείο σε ύφος «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και μια τεράστια κλαίουσα στην σκιά της οποίας κάμποσοι ηλικιωμένοι απολάμβαναν δροσιά και κουβεντούλα.
Μετά το ομολογουμένως εξαιρετικό εσπρεσάκι, που κόστιζε το ιλιγγιώδες ποσό των 0,70 Λέβα (1 Ευρώ =1,96 Λέβα), δηλαδή περίπου 35 λεπτά του Ευρώ (!!!!!!!), ήρθε η ώρα να φουλάρουμε για πρώτη φορά στη Βουλγαρία. 2,61 Λέβα το λίτρο η 95άρα αμόλυβδη (οι τιμές που θα βρίσκαμε όλες τις επόμενες μέρες κυμαίνονταν από 2,60-2,70 Λέβα ενώ το ντήζελ ήταν από 2,68-2,80 Λέβα το λίτρο).
Τώρα πια κινούμασταν σε υψόμετρο πάνω από τα 1000 μέτρα και το τοπίο ήταν υπέροχο. Οι δρόμοι το ίδιο κακοί και όσο ανεβαίναμε, χειροτέρευαν. Φτάσαμε στην πόλη Dospat, που ήταν φανερό ότι ζει από τα εργοστάσια επεξεργασίας ξύλου και περνώντας την, είδαμε την ομώνυμη λίμνη.
Τεχνητή και πολύ εντυπωσιακή, μιας και στεφανώνεται από πυκνή βλάστηση, κυρίως από έλατα. Τα έλατα, κυριολεκτικά, «βούταγαν» στο νερό. Πολλά αυτοκίνητα ήταν σταματημένα σε ένα πάρκινγκ, από όπου η θέα στη λίμνη με τα νησάκια της είναι μαγευτική. Εκεί σταθήκαμε κι εμείς να θαυμάσουμε και να φωτογραφίσουμε. Κατεβήκαμε και κάτω στον παραλίμνιο δρόμο, όπου όμως δεν είναι τόσο εντυπωσιακά όσο από την προηγούμενη θέση.
Συνεχίζουμε τώρα σε ένα δρόμο με απίστευτα πολλές λακκούβες. Στην πραγματικότητα πρόκειται για λακκούβες με λίγο δρόμο. Η ταχύτητα δεν ξεπερνά, κατά μέσο όρο, τα 15 χμ την ώρα (!!!!) Η ποιότητα του δρόμου είναι αντίστροφα ανάλογη της ομορφιάς του τοπίου. Έχουμε φτάσει, και ξεπερνάμε τα 1500 μέτρα. Το δάσος ανεπανάληπτο. Πίστεψα (ο αφελής) πως ήταν το ωραιότερο ορεινό τοπίο που θα μου πρόσφερε η Βουλγαρία. Που νάξερα!
Σε λίγο μέσα στο πυκνό δάσος άρχισε και πάλι να φαίνεται νερό δίπλα μας. Αποδείχτηκε πως ήταν μια ανεπανάληπτης ομορφιάς λίμνη. Δεν έμοιαζε για τεχνητή, αλλά πάλι δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Ο χάρτης που αγόρασα δύο μέρες μετά μου είπε πως την λένε Shiroka Poliana.
Στις όχθες της κόσμος κατασκηνώνει ή βάζει τα τροχόσπιτά του και επιδίδεται σε διάφορες δραστηριότητες με κυρίαρχη το ψάρεμα. Υπάρχουν και κάποια ξενοδοχεία, μιας κάποιας ηλικίας και σχετικής εγκατάλειψης.
Ο άθλιος δρόμος συνέχισε ακόμα χειρότερος. Ένα συνεργείο που δούλευε και ένα κομμάτι ολοκαίνουριου ασφάλτου μας έδωσε ελπίδες αλλά φευ! Φρούδες! Σε λίγο τα πράγματα γίνανε ακόμα χειρότερα! Έτσι για 25 χμ κάναμε μία ώρα και 20 λεπτά (!!!!!). Μιας όμως και πηγαίναμε τόσο αργά, απολαύσαμε και το τοπίο όσο δεν έπαιρνε. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, λοιπόν! Μια δυο στάσεις για λίγες φωτογραφίες ήταν απαραίτητες. Και φυσικά δεν είπαμε όχι.
Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω φτάσαμε σε ένα φράγμα.
Άλλη μια εντυπωσιακή λίμνη μέσα στο πυκνό δάσος. Είμαστε ακόμα στα 1500 περίπου μέτρα. Πίστεψα πως είχαμε φτάσει στη λίμνη Batak. Κάναμε και εδώ μια μικρή στάση και συνεχίσαμε. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τώρα και 25 περίπου χμ μετά φτάσαμε στην πόλη Batak και μια πινακίδα που έδειχνε προς τη λίμνη μας έδωσε να καταλάβουμε πως η λίμνη που είχαμε περάσει ήταν άλλη. Ο χάρτης δύο μέρες μετά, μου είπε πως είναι η λίμνη Goliam Beglick.
Αποφασίσαμε να μην πάμε στη λίμνη Batak, που είναι μια μεγάλη τεχνητή λίμνη και να κάτσουμε στην πόλη, να τσιμπήσουμε κάτι, μιας και το μεσημέρι είχε περάσει και τα στομάχια μας διαμαρτύρονταν και έτσι φτάσαμε στην κεντρική πλατεία, που εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν έρημη. Ένα καφέ στο ισόγειο ενός μεγάλου κτιρίου και ένα μικρό μαγαζάκι στο διπλανό στενό που σέρβιρε χοτντόγκ και σάντουιτς, ήταν ανοικτά εκείνη την ώρα. Εκεί, στη σκιά και τη στοιχειώδη δροσιά κάτσαμε κι εμείς.
Η μικρή αυτή πόλη συνδέεται άμεσα με την αποτυχημένη εξέγερση των Βουλγάρων κατά των Τούρκων τον Απρίλη του 1876. Οι Τούρκοι έσφαξαν γύρω στα 6000 άτομα στην πόλη αυτή, πολλά γυναικόπαιδα. Πρόκειται λοιπόν, για μια «Μαρτυρική» πόλη.
Στην πλατεία ένα γύρω είναι κάποια κτίρια που σχετίζονται με εκείνα τα γεγονότα, όπως ο κεντρικός ναός μέσα στον οποίο βρήκαν μαρτυρικό θάνατο 2000 άνθρωποι.
Μπορεί κανείς να δει το πηγάδι που προσπάθησαν, σύμφωνα με την παράδοση, να ανοίξουν με τα χέρια τους οι μανάδες για να δώσουν νερό στα παιδιά τους, και τις δύο λάρνακες με οστά και κρανία εκείνων των θυμάτων.
Απέναντι από το ναό είναι το ιστορικό μουσείο, τα εκθέματα του οποίου αφορούν κατά κύριο λόγο εκείνα τα γεγονότα, αλλά, σύμφωνα με τον οδηγό μου οι επεξηγήσεις είναι όλες στα Βουλγάρικα, οπότε και εμείς δεν πήγαμε. Μερικά ακόμα ενδιαφέροντα κτίρια, αγάλματα και μνημεία, κοσμούν την πλατεία που έχει και αρκετό πράσινο.
Μετά το κολατσιό μας πήγαμε να επισκεφθούμε την εκκλησία και αφού βγάλαμε και λίγες ακόμα φωτογραφίες συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Η Ροδόπη τώρα έδινε τη θέση της στην μεγάλη, κεντρική πεδιάδα της χώρας. Ο δρόμος έγινε καλύτερος αλλά σε καμιά περίπτωση καλός. Περάσαμε την πόλη Peshtera και λίγα χιλιόμετρα μετά φτάσαμε στην πόλη Pazardzhik και τον κεντρικό δρόμο που έρχεται από τη Σόφια. Εδώ, αν και δεν πρόκειται για δρόμο της προκοπής, κινηθήκαμε σχετικά γρήγορα και το απόγευμα φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας στο Plovdiv, έχοντας ταξιδέψει για περίπου 330 χμ από την Ασπροβάλτα. Μετά τις διατυπώσεις ανεβάσαμε πράγματα, κάναμε ένα μπάνιο και ξαπλώσαμε λίγο να ξεκουραστούμε.
Βραδάκι πια, με τα πόδια, φτάσαμε στην κεντρική πλατεία της πόλης, και κάτσαμε σε ένα εστιατόριο.
Καλώς ήρθαμε στη Βουλγαρία!

Μοναστήρια, εκκλησίες και πάλι εκκλησίες!
(22 Ιουλίου 2012)
Η ζέστη και αυτή τη μέρα προμηνύονταν γερή. Γι αυτό και αποφασίσαμε να βγούμε από την πόλη και να πιάσουμε τα βουνά.
Έχοντας τους οδηγούς («Βουλγαρία», Orama 2012 και «Βάρνα-Πλόβντιβ», Οξύ/ΕΘΝΟΣ 2004-από τον οδηγό της Βουλγαρίας, Lonely Planet2003) στα χέρια πήραμε το δρόμο προς τα νότια. Σύντομα φτάσαμε στην πόλη Asenovgrad, την οποία αφήσαμε για τον απογευματινό καφέ και συνεχίσαμε. Φτάσαμε στο γραφικό χωριό Bachkovo, το προσπεράσαμε και 5 περίπου χμ μετά φτάσαμε στον πρώτο μας προορισμό για εκείνη τη μέρα. Το Μοναστήρι του Bachkovo, το δεύτερο σε μέγεθος και ιδιαίτερα επισκέψιμο μοναστήρι της χώρας. Ιδρύθηκε τον 11ο αι. από Γεωργιανούς μοναχούς και για αιώνες μόναζαν σε αυτό μόνο ομοεθνείς τους. Έχει πολλά κτίσματα, παλαιά και νεώτερα, και μερικούς ναούς και όλα αυτά μέσα στο πυκνό δάσος της Ροδόπης!
Όταν φτάσαμε δεν περιγράφεται το τι γινόταν. Κυριακή, στα μέσα του καλοκαιριού, και εκατοντάδες αυτοκίνητα και λεωφορεία, συνωστίζονταν για μια θέση. Στη συνέχεια «ξέρναγαν», χιλιάδες κόσμου, που προχωρούσε στον ανηφορικό δρόμο, ανάμεσα σε κιόσκια που πουλούσαν ότι μπορείς να φανταστείς, με κατεύθυνση το μοναστήρι. Ανέβασα το αυτοκίνητο μέχρι έξω από την πύλη και έτσι γλιτώσαμε τον ανήφορο, που αν και μέσα σε πυκνή βλάστηση, δεν παύει να είναι ζόρικος, λόγω κυρίως της ζέστης.
Η πύλη έχει δεξιά και αριστερά από μια μαρμάρινη βρύση στις οποίες ο κόσμος βρίσκει λίγη δροσιά, πριν ή μετά την επίσκεψή του στο μοναστήρι.
Το εσωτερικό της πύλης έχει τοιχογραφίες (μάλλον σχετικά πρόσφατες)
και μια πολύ ενδιαφέρουσα πόρτα «ντυμένη» με μέταλλο και πολλά καρφιά.
Αμέσως μετά είναι η βόρεια αυλή με καλντερίμι, τόσο «άγριο» που «σπάει» πόδια. Δεξιά είναι ο Ναός της Παναγίας όπου φυλάσσεται για πάνω από 7 αιώνες μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, και για την οποία βρίσκονταν εκεί όλος αυτός ο κόσμος. Ουρές σχηματίζονταν μπροστά στην εικόνα. Κάθε πιστός που έφτανε, αφού σταυροκοπιόταν, ακούμπαγε το δεξί χέρι στην εικόνα (ορισμένοι ακούμπαγαν ταυτόχρονα το αριστερό στην καρδιά τους) και προσεύχονταν σιωπηλά. Ένας άλλος, άγνωστος σε εμάς τρόπος προσευχής. Η όλη διαδικασία είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα η ουρά να φτάνει έξω από το ναό. Εμείς δεν θέλαμε να προσευχηθούμε και έτσι την παρακάμψαμε. Στον πρόναο ο κόσμος αγόραζε κεριά και προχωρούσε. Μπήκαμε από το πλάι της ουράς μέσα στο ναό. Ωραίος ναός με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες (από όσο μπορέσαμε να δούμε, μιας και είναι πολυκαιρισμένες και για αυτό μαυρισμένες). Κόσμος πολύς πηγαινοέρχονταν, ενώ ένας παπάς έψελνε. Κάτσαμε για λίγο και βγαίνοντας στην αυλή περάσαμε να κάτσουμε απέναντι που είχε σκιά. Εκεί ήρθε ένας από τους φύλακες και μας μίλησε με σπαστά ελληνικά. Η μητέρα του ήταν από το Κιλκίς, πολιτική πρόσφυγας. Αφού μας είπε κάποια πράγματα μας ενημέρωσε για το κτίριο στην σκιά του οποίου κάτσαμε. Εκεί, στο ισόγειο βρίσκεται Τράπεζα της Μονής, από τις αρχές του 17ου αι. Μας πρότεινε να δώσουμε το ένα τρίτο από αυτό που δίνουν για εισιτήριο οι επισκέπτες για να μπορέσουμε να τη δούμε. Φυσικά τα χρήματα δεν συνοδεύτηκαν από κάποια απόδειξη και δεν είμαι σίγουρος ότι δεν μας έπιασε κορόϊδα. Δεν βαριέσαι! Είναι τόσο εντυπωσιακή η Τράπεζα, που χαλάλι. Διατηρεί το τεράστιο μαρμάρινο τραπέζι από την εποχή που χτίστηκε και έχει υπέροχες τοιχογραφίες άγνωστου μάστορα μεγάλου ταλέντου (κάποιοι οδηγοί αναφέρουν τον ντόπιο μάστορα Νικόλα) του 17ου αι. Εκεί τελείωσε και η επίσκεψή μας στο μοναστήρι, που παρά τον κόσμο, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Σε όλους τους χώρους του μοναστηριού απαγορεύεται αυστηρά η φωτογράφηση. Μια φωτογραφία που κατάφερα να βγάλω από την πύλη προς το εσωτερικό στάθηκε αφορμή να βάλει τις φωνές ένας φύλακας και μόνο που «δε με δάγκωσε»!
Κάτσαμε λίγο έξω στη δροσιά και ξεκινήσαμε για τον επόμενό μας προορισμό. 
Ο δρόμος, που συνεχίζει νότια, κινείται στο βάθος ενός φαραγγιού, δίπλα στο ποτάμι.
Το πράσινο είναι πυκνό και πολύς κόσμος, εκμεταλλευόμενος το Σαββατοκύριακο, κάνει πικνίκ, κολυμπά, κατασκηνώνει ή ψαρεύει στο ποτάμι, απολαμβάνοντας στιγμές δροσιάς και χαλάρωσης. Ο δρόμος δεν είναι τόσο άσχημος αλλά στενός και με πολύ κίνηση. Χώρος για να ξεδιπλώσουν οι Βούλγαροι οδηγοί τις ικανότητες τους στο τιμόνι.
Από την προηγούμενη είχαμε διαπιστώσει το αληθές αυτών που είχαμε διαβάσει και που όσο πέρναγαν οι μέρες θα το βλέπαμε ξανά και ξανά. Οι Βούλγαροι έχουν φοβερά επιθετική συμπεριφορά στο δρόμο και είναι πολύ επικίνδυνοι, και για τον εαυτό τους αλλά και γα τους άλλους. Τολμώ να τους χαρακτηρίσω τους χειρότερους που έχω γνωρίσει. Είδα τις πιο απίθανες προσπεράσεις που θα μπορούσα να φανταστώ. Παρ’ όλα αυτά δεν είδαμε ούτε ένα ατύχημα. Είδαμε όμως πολλά σημεία με σταυρούς, ονόματα και λουλούδια σε πολλά σημεία των δρόμων.
Έτσι και σε εκείνο το δρόμο είδαμε το έργο να παίζεται και πάλι. Απίθανες προσπεράσεις, δύο και τριών αυτοκινήτων μαζί, σε σημεία με ορατότητα μηδέν και μεγάλη κίνηση. Εμείς ακολουθούσαμε τα όρια ταχύτητας, πράγμα που μάλλον δεν άρεσε στους «φίλους» μας.
Λίγα χιλιόμετρα μετά το μοναστήρι, και ενώ το υπέροχο τοπίο συνεχίζονταν, στρίψαμε αριστερά για Laki και λίγο μετά, πάλι αριστερά για Borovo. Ο δρόμος τώρα είχε στενέψει αρκετά και ανηφόριζε συνέχεια. Έχοντας απομακρυνθεί από το ποτάμι η βλάστηση λιγόστεψε, αλλά παρέμενε όμως αρκετή.
Το Borovo, στο οποίο φτάσαμε σε λίγο είναι ένα γραφικό χωριό και δεσπόζει σ ένα τοπίο με λόφους, προς τους οποίους έχει απρόσκοπτη θέα.
Στην κορυφή κάποιων από αυτούς στέκουν όμορφα ξωκλήσια.
Περνώντας το χωριό το τοπίο άρχισε να γίνεται και πάλι δάσος, που όσο πήγαινε και πύκνωνε. Πλησιάζαμε στο «Σταυρωτό Δάσος», στη θέση Krastova Gora. Θεωρείται ιερή για τους Βούλγαρους εκείνη η περιοχή, μιας και σχετίζεται με το Τίμιο Ξύλο. Στα όριά της υπάρχει ένα μοναστήρι και αρκετές εκκλησίες. Πολύς κόσμος την επισκέπτεται όλο το χρόνο. Μέσα στο δάσος υπάρχει ένα σημείο όπου στο πάρκινγκ αφήνεις το αυτοκίνητο για να συνεχίσεις πεζός.
Γύρω υπάρχουν 2-3 εκκλησίες. Εμείς μην έχοντας σκοπό να περπατήσουμε μέσα στη ζέστη, και μη βλέποντας κάπου να κάτσουμε, βγάλαμε μερικές φωτογραφίες και πήραμε τα δρόμο του γυρισμού. Ερχόμενοι είχαμε δει κάποιους μικροπωλητές να εκθέτουν στους πάγκους τους διάφορα πετρώματα από τη γύρω περιοχή. Σε έναν από αυτούς σταματήσαμε και αγοράσαμε μερικά για δωράκια σε φίλους που έχουν ανάλογα ενδιαφέροντα!
Φτάσαμε στο Borovo και κάτσαμε στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου να φάμε. Αν και παραγγείλαμε Βουλγάρικη κουζίνα, τα πιάτα ήταν απλά αδιάφορα.
Απομεσήμερο πια και ξεκινάμε για την επιστροφή. Μπαίνοντας στο Asenovgrad, στρίψαμε αριστερά για το κάστρο του. Ότι έχει απομείνει δηλαδή γιατί έχει καταστραφεί ολοσχερώς από τον 15ο αι.
Μόνο η εκκλησία της Παναγίας σώζεται και φυσικά η ανεπανάληπτη θέα από εκεί ψηλά. Φτάνοντας διαπιστώσαμε πως ο ναός ήταν κλειστός λόγω έργων και η πρόσβαση σε αυτόν επικίνδυνη, και γι αυτό απαγορευμένη! Ατυχία!
Ένας κύριος μας πλησίασε και μας μίλησε σε εξαιρετικά Ελληνικά. Μας είπε πως δεν ήταν Έλληνας, αλλά ζούσε πολλά χρόνια με Έλληνες και έμαθε τη γλώσσα. Η κόρη του σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη.
Κατεβήκαμε και κάτσαμε σε ένα καφέ στο κέντρο. Γύρω μας καταστήματα με νυφικά(!!!!!). Ήμασταν ενήμεροι σχετικά από τον οδηγό μας που γράφει πως στην πόλη αυτή υπάρχουν τα περισσότερα μαγαζιά με νυφικά στη χώρα. Κυριολεκτικά σε κάθε γωνιά!! Έρχονται, λέει, από όλη τη Βουλγαρία να ψωνίσουν!!
Ένα άλλο στοιχείο που αναφέρει είναι πως στην πόλη αυτοί βρίσκονται ακόμα οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες. Ίσως αυτοί στάθηκαν η αιτία που μιλούσε τόσο καλά Ελληνικά ο κύριος που συναντήσαμε στο κάστρο. Το στοιχείο αυτό το ήξερα και από εκπομπή του Balkan Express που είχα δει λίγο καιρό πριν στην ΕΤ3.
Μετά τον καφέ πήραμε τα αυτοκίνητα και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο να ξεκουραστούμε.
Ήταν βραδάκι πια όταν ξεκινήσαμε με τα πόδια για το κέντρο. Αν και ζέστη δεν είχαμε εκείνη τη λάβρα του μεσημεριού.
Ξεκινήσαμε τη βόλτα μας από την κεντρική πλατεία, όπου δεσπόζει το νέο και μοντέρνο σιντριβάνι.
Πίσω του είναι το εντυπωσιακό ξενοδοχείο Trimontium Princess.
Αριστερά είναι ένα όμορφο νεοκλασικό και μπροστά μας ξετυλίγεται ο πεζόδρομος της πόλης. Η καρδιά της, Πολλά μαγαζιά, καφέ, κάτι για φαΐ, όμορφα νεοκλασικά,
θέατρα, καζίνο και κάποια πάρκα. Σε όλο το μήκος του, δεξιά και αριστερά,
υπάρχουν γλυπτά, αρκετά μεγάλων διαστάσεων, από διάφορα υλικά, κυρίως ξύλο και μέταλλο, πολύ μοντέρνα και πολύ ενδιαφέροντα. Σε ένα σημείο υπάρχει μια τοιχογραφία-ψηφιδωτό από την εποχή του Σοσιαλισμού, πολύ ενδιαφέρουσα. Ο δρόμος αυτός τελειώνει εκεί που βρίσκονται τα ερείπια του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου.
Το αμφιθέατρο είναι πολύ ενδιαφέρον, αλλά οι τσιμεντένιες κατασκευές μέσα σ’ αυτό προσβάλουν, κατά τη γνώμη μου, το μνημείο.
Απέναντι του βρίσκεται το υπέροχο Τζαμί Τζουμάϊα, στην ομώνυμη πλατεία. Από εκεί ξεκινά το καλντερίμι που οδηγεί στην παλιά πόλη. Αλλά αυτό είναι άλλη επίσκεψη. Ήταν πια νύχτα και πεινάγαμε. Στην πλατεία Τζουμάϊα κάτσαμε και φάγαμε αρκετά καλά και οικονομικά. Ήταν αργά όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Οι μετεωρολογικές σελίδες μιλάγανε για πιο υποφερτές θερμοκρασίες για την επομένη και έτσι αποφασίσαμε η άλλη μέρα να είναι αφιερωμένη στην πόλη που μας φιλοξενούσε. Ες αύριον λοιπόν όμορφη Φιλιππούπολη!


Φιλιππούπολη, Trimontium, Φελιμπέ,Plovdiv. Μια πόλη τέσσερα ονόματα!
(23 Ιουλίου 2012)
Χτισμένη στις δυο όχθες του ποταμού Maritsa (αυτού που λέμε στην Ελλάδα Έβρο!), η επτάλοφη πόλη που κατάκτησε ο Φίλιππος ο Β΄ και της έδωσε το όνομά του, φαίνεται πως «γεννήθηκε» από τους Θράκες το 4000π.Χ. (!!!) Από τους Μακεδόνες πέρασε στους Ρωμαίους, που την ξαναβάφτισαν και της έδωσαν το όνομα Trimontium. Την προίκισαν με σπουδαία μνημεία, μερικά από τα οποία είναι το καύχημά της σήμερα. Για λίγο εντάχθηκε στο Βουλγάρικο κράτος και μετά πέρασε και αυτή στη κυριαρχία των Οθωμανών που την αποκαλούσαν Φελιμπέ. Στην Οθωμανική φάση της ζωής της χρωστάει αυτό το κομμάτι που αποκαλούν σήμερα «Παλιά Πόλη».
Γι άλλη μια φορά ξεκινήσαμε από την κεντρική πλατεία, μπροστά από το ξενοδοχείο Trimontium Princess. Απέναντί του, βρίσκεται το κτίριο του ταχυδρομείου, απ όπου πήραμε και στείλαμε κάρτες. Πίσω του είναι το γραφείο τουρισμού για κάποιες πληροφορίες και χάρτη της πόλης και δίπλα το Ρωμαϊκό Ωδείο.
Πολύ ενδιαφέροντα τα ερείπια και το κομμάτι που έχουν αναστηλώσει. Η ανασκαφή συνεχίζεται, όπως φάνηκε από το πλήθος που εργάζονταν μέσα στο χώρο. Τράβηξα λίγες φωτογραφίες


και πήραμε τον πεζόδρομο με κατεύθυνση την πλατεία Τζουμάϊα.
 Στην πρώτη γωνία βρίσκεται το πολύ καλό βιβλιοπωλείο Helikon. Οι υπάλληλοι γνώριζαν καλά αγγλικά και με εξυπηρέτησαν αμέσως στο αίτημά μου για χάρτες. Αγόρασα έναν την Βουλγαρίας (κλίμακα 1/620.000, 4 Λέβα) και έναν οδικό άτλαντα όλης της χώρας, σε μορφή βιβλίου (κλίμακα 1/330.000, έκδοση 2012, 8,80 λέβα) των εκδόσεων DOMINO και οι δύο. Μου φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και τώρα που γράφω γι αυτό.
Έχοντας τον χάρτη της πόλης στο χέρι αναζητήσαμε τον Ναό της Αγίας Μαρίνας. Βρίσκεται πίσω από τον πεζόδρομο και, όπως αποδείχτηκε, κάτω από το Ρωμαϊκό Θέατρο. 
Ο χώρος στον οποίο στεγάζεται είναι ο χώρος των επισκοπικών εγκαταστάσεων. Μπήκαμε στο προαύλιο, όπου κάτσαμε για λίγη δροσιά. Μπήκα στην εκκλησία, όπου εκείνη την ώρα γινόταν κάποιου είδους λειτουργία. 
Τοιχογραφίες ένα γύρω και αρκετός χρυσός σε διάφορα σημεία, όπως ο άμβωνας ή τα κιονόκρανα. Αν και ήταν μάλλον ακατάλληλη ώρα, με αρκετό θράσος σήκωσα τη μηχανή και έβγαλα μερικές φωτογραφίες. Δεν μου είπε κανείς τίποτα, αλλά κάποια βλέμματα εξέφραζαν αρκετά εύγλωττα τις σκέψεις. Δεν βαριέσαι. «Μισή ντροπή δική μου, μισή δική τους», δε λέει η παροιμία; Εκεί που καθόμασταν είδαμε κάποιους ηλικιωμένους (κυρίως) να μπαίνουν σε ένα δωματιάκι και να βγαίνουν με μια σακούλα. Το διαολάκι της περιέργειας μας έκανε να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά. Συσσίτια!! Η θλιβερή όψη της πραγματικότητας και κάποιες προσπάθειες να την απαλύνουν.
Ξαναβγήκαμε στον πεζόδρομο και φτάσαμε στην πλατεία Τζουμάϊα. Ευκαιρία για μια επίσκεψη στο Τζαμί. Χτίστηκε τον 14ο αι. σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη (1364) της πόλης από τους Τούρκους και δεν έπαψε να λειτουργεί σαν Μουσουλμανικό Τέμενος μέχρι σήμερα. Είναι το παλαιότερο τέμενος σε Ευρωπαϊκό έδαφος εκτός Ιβηρικής. 
Κτίσμα πολύ μεγάλο, καλύπτεται εσωτερικά από πανέμορφη διακόσμηση του 18ου και 19ου αι., με γεωμετρικά και φυτικά θέματα και αποσπάσματα από το Κοράνι. Έβγαλα παπούτσια και μπήκα. 
Η μηχανή πήρε φωτιά, απαθανατίζοντας όσα όμορφα έβλεπαν ένα γύρω τα μάτια μου! Σπουδαίο μνημείο!! 
Βγαίνοντας έβγαλα μερικές ακόμα φωτογραφίες του Σταδίου και κάποιων κτιρίων της πλατείας και πήραμε το καλντερίμι της οδού Saborna. Ένα καλντερίμι δύσκολο σαν αυτό που είχαμε συναντήσει την προηγούμενη μέρα στο Μοναστήρι του Bachkovo, και που θα βρίσκαμε αρκετά συχνά και σε άλλες πόλεις και χωριά. Για έναν απλό διαβάτη είναι απλά δύσκολο, αλλά όταν έχεις να οδηγήσεις καροτσάκι, είτε αναπηρικό, είτε παιδικό, τότε το πράγμα γίνεται από εξαιρετικά δύσκολο και επίπονο ως απαγορευτικό. Μου αρέσει η προσπάθεια διατήρησης των πραγμάτων όπως ήταν (πράγμα αδύνατον εκ των πραγμάτων) αλλά ένας διάδρομος με πιο ήπιο πλακόστρωτο δεν νομίζω πως θα αλλοίωνε τον χώρο, αν λάβει κανείς υπόψη του και κάποιες κακοτεχνίες με τσιμέντο από διάφορους μαγαζάτορες. Εκείνη ήταν η πρώτη μέρα που ένοιωσα πόσο επίπονη μπορεί να γίνει η αγάπη μου για τα ταξίδια και τους δικούς μου ανθρώπους. Σε συνδυασμό δε με τη ζέστη, ήταν εξοντωτική. Φυσικά δεν το μετάνιωσα ούτε στιγμή και πιστεύω απόλυτα πως άξιζε τον κόπο, αν και εγώ πήγαινα εκεί για τρίτη φορά. Έτσι η πορεία μας στην παλιά πόλη είχε πολλές στάσεις, και για μια ανάσα και για να δούμε τα αξιόλογα κτίρια που βρίσκονται εκεί.
Στην αρχή του καλντεριμιού υπάρχει άλλη μια τοιχογραφία Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού
και αμέσως μετά στα δεξιά, μια σκάλα με καμιά 50αριά σκαλιά οδηγεί σε ένα πλάτωμα όπου βρίσκεται η Sv.Bogoroditsa, η εκκλησία της Παναγίας. Στη θέση του σημερινού ναού που είναι του 19ου αι. βρισκόταν ναός 1000 χρόνια παλαιότερός του. Απέναντί του είναι η οικία Ντάνοφ. Συνεχίζοντας αριστερά μερικά εστιατόρια που στεγάζονται σε παλιά κτίρια και λίγο μετά, στα δεξιά είναι η Πινακοθήκη της πόλης
Στεγάζεται σε ωραίο κτίριο του μέσου του 19ου αι. με κήπο στον οποίο υπάρχουν μοντέρνα γλυπτά, κυρίως από ξύλο. 
Απέναντι είναι το νεοκλασικό που στεγάζει την ακαδημία μουσικής, χορού και καλών τεχνών, το σημαντικότερο, ίσως, πολιτιστικό ίδρυμα της πόλης. Το κτίριο, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται ένα φρεσκάρισμα. Απ’ έξω ένα παγκάκι με κάποιον ζωγράφο που περιεργάζεται μια κορνίζα. Φυσικά πρόκειται για γλυπτό. Μια φωτογραφία με τον «καλλιτέχνη» επιβάλλεται!! 
Συνεχίζουμε να ανηφορίζουμε και περνάμε όμορφα κτίρια όπως το σπίτι του γιατρού Σωτήρη Αντωνιάδη και φτάνουμε στην εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στα δεξιά.

Είναι κτίσμα του 19ου αι. που χτίστηκε στη θέση που υπήρχε ναός από τον 4ο αι. Τύπου Βασιλικής με ξεχωριστό καμπαναριό, είναι τοιχογραφημένος μέσα κι έξω. Έχει όμορφη, δεντροφυτεμένη αυλή που προσφέρει απλόχερα την ποθούμενη εκείνη την ώρα δροσιά.

Στη γωνία που σχηματίζει η μάντρα της εκκλησίας είναι μια καμάρα. Η πύλη Hisar, είσοδος στην παλιά πόλη από άλλη μεριά και ένα από τα πιο φωτογραφημένα σημεία της πόλης. Από το σημείο αυτό και πάνω η οδός Saborna μετονομάζεται σε Dr.Chomakov. Το πρώτο κτίριο δεξιά είναι το αρχοντικό του πλούσιου εμπόρου Αργύρη Κουγιουμτζόγλου. Τεράστιο, επιβλητικό, με υπέροχους κήπους και ανεπανάληπτη πρόσοψη. Σήμερα στεγάζει το Εθνογραφικό Μουσείο της πόλης. Το έχω επισκεφτεί δύο φορές και είναι εξαιρετικό. Ουσιαστικά διατηρείται τι σπίτι όπως ήταν. Θυμίζει το αντίστοιχο της Καστοριάς. Εκείνη τη μέρα όμως ήταν κλειστό (και στη Βουλγαρία, όπως στην Ελλάδα, τα μουσεία είναι κλειστά τη Δευτέρα).

Έτσι περιορίστηκα σε μια δυο φωτογραφίες από ένα περίτεχνο φεγγίτη της μάντρας.
Πήραμε την Saborna προς τα πίσω και στο επόμενο στενό στρίψαμε αριστερά, ακολουθώντας την πινακίδα για το Ρωμαϊκό Θέατρο.

Και άλλα εντυπωσιακά κτίρια στο δρόμο μας, άλλα συντηρημένα, όπως το κτίριο που έμεινε το 1833 ο Λαμαρτίνος,

και άλλα όχι, αν και δεν υστερούν σε ομορφιά.
Όταν φτάσαμε στο Ρωμαϊκό Θέατρο ήμουν μούσκεμα και κυριολεκτικά εξουθενωμένος. Το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω, να ξεκουραστώ και να ξεϊδρώσω. Κάτσαμε στο μαγαζί που βρίσκεται ακριβώς στην κορυφή του θεάτρου. Ήπιαμε λίγο νερό και αποφασίσαμε να φάμε εκεί. Δεν χρειαζόταν να επισκεφτούμε το θέατρο, μιας και ξεδιπλώνονταν στα πόδια μας.

Οι αρχαιολόγοι έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά με την αναστήλωση του μνημείου. Χρησιμοποιείται κανονικά για διάφορες εκδηλώσεις στη διάρκεια του καλοκαιριού. Θα άξιζε να παρακολουθήσει κάποιος παράσταση εκεί, αλλά τις μέρες που ήμασταν εμείς, δεν είχε τίποτα. Φάγαμε πολύ νόστιμα, ήπιαμε τον καφέ μας στη δροσιά των δέντρων και απόγευμα πια, ήρθε ένα ταξί να μας πάει στο ξενοδοχείο. Άλλωστε το κόστος ήταν αστείο. 3,50 λέβα για μια απόσταση που με τα πόδια χρειάζεσαι περίπου 45΄.
Ένας υπνάκος μας έφερε στα ίσα μας και ήμασταν έτοιμοι για νυχτερινή έξοδο, πάλι στην παλιά πόλη, για δείπνο αυτή τη φορά. Ένα ταξί, και πάλι, μας έφερε απέναντι από την Sv.Bogoroditsa, όπου το πρωί είχαμε δει το γκουρμέ εστιατόριο Philippopolis που στεγάζεται σε κτίριο του 1865. Καλό το φαΐ και εξαιρετικό το (Βουλγάρικο) κρασί. Κόστος για 4 άτομα περίπου 50 Ευρω με το κρασί να κοστίζει τα μισά (!!!!). Έτσι νόστιμα τελείωσε η μέρα της εξερεύνησης της πόλης. 


Στο Λίκνο της Ελευθερίας των Βουλγάρων!
(24 Ιουλίου 2012)
Koprivshtitsa. Δύσκολο όνομα ε; Πράγματι. Ακόμα και σήμερα, μετά από τόσες φορές που το ‘πα, με δυσκολεύει πολύ.
Στην αρχή η διαδρομή μέχρις εκεί, ήταν μέσα στο μονότονο κάμπο και τα άχαρα χωριά του. Στην πόλη Strelcha αρχίσαμε να ανηφορίζουμε και το τοπίο απέκτησε ενδιαφέρον. Η μικρή πόλη Koprivshtitsa βρίσκεται στα βορειοδυτικά της Φιλιππούπολης, πάνω στην οροσειρά του Αίμου ή Balkan ή Stara Planina, όπως τη λένε σήμερα οι Βούλγαροι, σε υψόμετρο 1060μ. και διαρρέεται από τον ποταμό Τοπόλτσιτσα. Το τοπίο γύρω ορεινό γεμάτο έλατα. 
Η πόλη μέσα είναι υπέροχη, όπως και τα σπίτια της. 
Το ισόγειο τους είναι πετρόχτιστο ενώ ο όροφος φτιαγμένος από ξύλο. Πολλά από αυτά είναι βαμμένα με ζωηρά χρώματα και με διάφορα σχέδια, δίνοντας έτσι μια ξεχωριστή και πολύ όμορφη εικόνα. Αν και πολύ τουριστική, εικόνες καθημερινής δραστηριότητας είναι συνηθισμένες. 
Ένα κάρο που κουβαλούσε πέτρα, ένας νεαρός με το άλογό του 
ή δύο άτομα που κλάδευαν τα δέντρα στην πλατεία και φόρτωναν τα κλαδιά σε ένα κάρο. 
Στην κεντρική πλατεία υπάρχει το Μαυσωλείο των Απρίλτσι, αφιερωμένο στα θύματα της αποτυχημένης εξέγερσης τον Απρίλη του 1876, που ξεκίνησε από αυτήν εδώ την πόλη. Αν και απέτυχε και είχε πολλά θύματα είχε μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό και λίγο καιρό μετά τα Ρώσικα στρατεύματα νικώντας την Οθωμανική Τουρκία, υπογράφουν τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τότε ξεκινά ουσιαστικά η ύπαρξη του νέου Βουλγαρικού κράτους. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρείται το λίκνο της Ελευθερίας του .Βουλγάρικου λαού. Κάτι σαν τα δικά μας Καλάβρυτα (όσον αφορά την 25η Μαρτίου).
Γύρω από το μαυσωλείο μικρά εστιατόρια και καφέ, 
περίπτερα που πουλάνε τοπικά προϊόντα και χειροποίητα αναμνηστικά και πράσινο. Κάναμε μια μικρή βόλτα, έβγαλα πολλές φωτογραφίες 
και τέλος κάτσαμε για φαΐ. Δίπλα στο εστιατόριο που κάτσαμε ήταν ένα σπίτι βαμμένο γαλάζιο. Πήγα να το φωτογραφίσω. Πάνω από την είσοδο ήταν όμορφα ζωγραφισμένο και γενικά ήταν ένα πολύ όμορφο σπίτι. 
Μια παραφωνία μόνο. Το πανό-πωλητήριο! Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, αλλά εμένα με πείραξε. Αυτό το FOR SALE με ενόχλησε. Αλλά βέβαια αυτή είναι η ζωή.
Μετά το φαΐ κινηθήκαμε βόρεια και βγήκαμε σε κεντρικό δρόμο. Στρίψαμε δεξιά και κινούμενοι ανατολικά φτάσαμε μετά από καμιά 50αριά χιλιόμετρα στην πόλη Karlovo. Η πόλη αυτή βρίσκεται στους νότιους πρόποδες της Stara Planina και συνδέθηκε όσο καμιά άλλη με την καλλιέργεια ρόδων και την παραγωγή και επεξεργασία του ροδέλαιου, μιας και από εκεί ξεκινά η Κοιλάδα των Ρόδων. Κάποιος Βούλγαρος μας είχε πει στην Αθήνα πως έχουν ξεριζώσει πια όλες τις τριανταφυλλιές και ίσως έτσι εξηγείται ότι σε όλο μας το ταξίδι δεν είδαμε ούτε μια. Είδαμε όμως πάρα πολλά φωτοβολταϊκά (!!!!)
Παρκάραμε μπροστά στο Δημαρχείο της πόλης με το μεγάλο ψηφιδωτό, Σοσιαλιστικής τεχνοτροπίας. 
Δίπλα του είναι η μεγάλη πλατεία με το πολύ πράσινο και το εντυπωσιακό μνημείο. Εκεί κάτσαμε για καφέ.
Περίπου 15 χιλιόμετρα ανατολικότερα είναι το Ιστορικό χωριό Kalofer, που συνδέεται κι αυτό με γεγονότα των εξεγέρσεων κατά των Οθωμανών. Στην πλατεία βρίσκεται το σχολείο όπου δίδασκε ο πατέρας του μεγάλου Βούλγαρου ποιητή και επαναστάτη Χρήστο Μπότεφ, ο οποίος γεννήθηκε σε αυτό το χωριό. 
Απέναντι είναι ένα κτίριο με μια μεγάλη ανάγλυφη σύνθεση στην πρόσοψή του, επαναστατικού περιεχομένου. Ίσως είναι κάποιο ιστορικό μουσείο. 
Το εντυπωσιακότερο όμως όλων είναι μια τεράστια σύνθεση γλυπτών στην πλαγιά, με έναν «ήρωα» να ξεχωρίζει με το μέγεθός του. Όλη η σύνθεση στεφανώνεται με το ελατόδασος που βρίσκεται πάνωθέ της. 
Στη βάση της μερικά σιντριβάνια, αποτελούσαν εκείνη την ώρα την μεσημεριανής λάβρας, πεδίο δράσης τριών νεαρών, ενός αγοριού και δύο κοριτσιών, που μίλαγαν γαλλικά και μπουγέλωναν «αλύπητα» ο ένας τον άλλο!!!! Ε ρε νιάτα!!!
Φεύγοντας περάσαμε να δούμε την πόλη Hisarya, περίπου 35 χμ νοτιοδυτικά. Πρόκειται για σημαντική λουτρόπολη, που ακμάζει σαν τέτοια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σήμερα είναι γεμάτη πάρκα και σύγχρονα ξενοδοχεία και υδροθεραπευτήρια. Κάναμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο, αλλά δεν μας έκανε καμιά εντύπωση για να κατέβουμε. Μόνο στην έξοδο για Φιλιππούπολη είδαμε πως διατηρεί μεγάλο μέρος από τα Ρωμαϊκά τείχη της. Δεν σταματήσαμε όμως και συνεχίσαμε.
Ήταν απόγευμα πια όταν φτάσαμε στη Φιλιππούπολη  Παρκάραμε πίσω από το ξενοδοχείο Trimontium και μπήκαμε στο πάρκο που βρίσκεται αριστερά στην αρχή του πεζόδρομου. Είναι πολύ μεγάλο και πολύ περιποιημένο. 
Στη μια του άκρη έχει μια λίμνη με σιντριβάνια που χορεύουν και γύρω εξέδρες για τον κόσμο. 
Γενικά είχε πολύ κόσμο, όλων των ηλικιών. Κάτσαμε λίγο σε ένα παγκάκι χαζεύοντας τον κόσμο και πήγαμε πάλι προς τον πεζόδρομο. Λοξά προς τα πάνω και δεξιά είναι άλλο ένα μικρό πάρκο που καταλήγει στον πεζόδρομο. 
Στη μέση δεσπόζει ένα μεγάλο, μοντέρνο γλυπτό με βασικό υλικό το ξύλο αλλά και μέρος του καλυμμένο από ένα ψηφιδωτό. Κάτι έγραφε σε ένα στεφάνι στη γρανιτένια βάση του, αλλά άντε να καταλάβεις Βουλγάρικα! Σε ένα παράδρομο κάτσαμε για φαΐ. Η τόση Ιστορία μας άνοιξε την όρεξη!
Χορτασμένοι περπατήσαμε λίγο ακόμα στη νυχτωμένη Φιλιππούπολη. Μπροστά στο ταχυδρομείο, ένας κιθαριστής, έπαιζε με μεγάλη δεξιοτεχνία έργα Ισπανών. 
 Εξαιρετικός!! Αγοράσαμε και ένα CD (δεν έπαιζε αυτός αλλά κάποιος Ισπανός φίλος του, όπως μας είπε με αρκετά καλά ισπανικά). Έτσι όμορφα και μελωδικά αποχαιρετήσαμε την πόλη που μας φιλοξένησε τόσες μέρες, μιας και την άλλη μέρα (τελευταία στην περιοχή) η εκδρομή μας θα ήταν μεγάλη και δεν θα είχαμε χρόνο να την επισκεφτούμε ξανά. Στο καλό πόλη του Φίλιππου και σε ευχαριστούμε για τα τόσα που μας χάρισες απλόχερα!


Στο μεγαλείο της Ροδόπης!!
(25 Ιουλίου 2012)
Τη μέρα εκείνη αξιώθηκα να γνωρίσω μερικά από τα ωραιότερα ορεινά τοπία που έχω δει στη ζωή μου και αισθάνομαι πολύ τυχερός γι αυτό! Η μοναδική Ροδόπη, θέλοντας ίσως να μας γνωρίσει κάποιες δυσκολοθώρητες γωνιές της φρόντισε να μας μπερδέψει. Το κέρδος από αυτό το μπέρδεμα ήταν σπουδαίο! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή της μέρας.
Ξεκινήσαμε βάζοντας στο GPS την εντολή να μας πάει στην πόλη Devin. Πήραμε δυτική κατεύθυνση και κάποια στιγμή στρίψαμε αριστερά μπαίνοντας σιγά-σιγά στα βουνά. Όσο ανεβαίναμε το χωριά γίνονταν όλο και πιο γραφικά. Σε μια στροφή δεξιά άρχισε ο χωματόδρομος. Και τι χωματόδρομος! Φουρτούνα 9 μποφόρ!!

Έλα όμως που το τοπίο ήτανε μοναδικό και όσο προχωρούσαμε τόσο πιο ωραίο γινότανε. Θεέ των Βαλκανίων τι θαύματα κάνεις όταν έχεις κέφια!! Σε μια βρύση κάναμε μια μικρή στάση να πιούμε και να ρίξουμε λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπο, γιατρικό στη ζαλάδα. Προσπεράσαμε ένα οικισμό με 4-5 σπίτια όλο κι όλο και μπήκαμε ακόμα πιο βαθιά στο δάσος. Είχαμε κάνει 10 χμ χωματόδρομου, και απ’ ότι μας έλεγε το «μηχάνημα» θέλαμε ακόμα 10-15. Παράπονο δεν είχαμε. Λίγη ταλαιπωρία για τόση ομορφιά δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. Εκεί, μέσα στο πυκνό δάσος με προσπέρασε ένα Lada Niva, έφτασε το Δημήτρη, που προπορευόταν, τον σταμάτησε και άρχισε η παντομίμα. Λίγες λέξεις στα αγγλικά και κυρίως οι χειρονομίες ήταν αρκετές για να καταλάβουμε πως τα GPS έχουν αυτή τη διαδρομή για το Devin αλλά ο δρόμος είναι τυφλός (!!!!!). Δεν βγάζει πουθενά!! «Dead road», όπως έλεγε ο άνθρωπος, καλή του ώρα! Έπρεπε λοιπόν να γυρίσουμε. Έτσι τα 10 ακόμα χιλιόμετρα που έπρεπε να κάνουμε στο χώμα δεν τα γλυτώσαμε. Μόνο που θα ήταν προς τα πίσω. Αναστροφή λοιπόν και πίσω. Το ίδιο τοπίο από άλλη οπτική γωνιά, ισοδυναμεί σχεδόν με άλλο τοπίο! Το GPS, όταν τέλειωσε ο χωματόδρομος, έδειχνε πως έπρεπε να κάνουμε 50 χμ διαδρομής επιπλέον της αρχικής. Δεν βαριέσαι! Σε ταξίδι είμαστε. Δεν μας περιμένει κάποιος.
Ο δρόμος αυτή τη φορά ήταν κεντρικός με αρκετή κίνηση. Κινούμαστε νότια και σε μια στροφή βλέπουμε μπροστά μας ένα περίεργο σύμπλεγμα. Εκκλησία και κάποια κτίρια που δίνουν εντύπωση μοναστηριού αλλά πάλι όχι. Κάτι άλλο πρέπει να είναι. Και είναι. Ξενοδοχείο με μια πέτρινη εκκλησιά στο προαύλιο του. Εκκλησία και ξενοδοχείο 3 αστέρων μια «αγκαλιά»!! Τέλος πάντων, αυτό είναι αδιάφορο. Βλέπουμε από κάτω ότι υπάρχει λίμνη. Έτσι σταματάμε για ένα καφέ και κάμποση θέα. 

Και τι θέα!! Πρόκειται για την τεχνητή λίμνη Vacha.Η μορφολογία του εδάφους ήταν τέτοια που η λίμνη που δημιουργήθηκε, έχει σε κάθε όχθη «γλώσσες» στεριάς που εισχωρούν σε αντίστοιχους κόλπους της απέναντι όχθης. Σχηματίζεται έτσι ένας ανεπανάληπτης ομορφιάς μαίανδρος. Είναι από τις ωραιότερες εικόνες που έχω δει σε λίμνη! Κάποτε σε μια φωτογραφία είχα δει κάτι αντίστοιχο και ψάχνοντας, κάποιος μου είπε ότι είναι ένα ποτάμι στα σύνορα Βοσνίας-Σερβίας. Είχα σκεφτεί τότε πως θα ‘θελα πάρα πολύ να το δω. Αξιώθηκα εκείνη τη μέρα να δω κάτι παρόμοιο. Μοιάζει τόσο με εκείνη την εικόνα που κάτι μου λέει πως πιθανά εκείνη η φωτογραφία, να απεικόνιζε αυτό που εκείνη τη μέρα αντίκριζαν τα μάτια μου! Λίγη σημασία έχει. Το θέαμα με είχε συνεπάρει (όπως λέει και ο «ποιητής») και μάλλον «βρισκόμουν αλλού»!! Το διαφημιστικό του ξενοδοχείου έδειχνε πως νοίκιαζε πλωτά δωμάτια για ψαράδες (!!!). 

Τα έβλεπες μέσα στο νερό. Πλήγωναν την εικόνα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αλλά το κέρδος υπέρτατη δύναμη!!
Μετά τον καφέ και τις μοναδικές εικόνες φύγαμε και σε λίγο μπαίναμε στην πόλη Devin. Πόσες φορές δεν είχα δει το όνομα αυτό γραμμένο παντού. Παράγει τεράστιες ποσότητες εμφιαλωμένου νερού με αποτέλεσμα σε κάθε μας βήμα να το βρίσκουμε μπροστά μας. Και κάθε τι που το διαφήμιζε. Άλλωστε γι αυτό που είναι γνωστή είναι τα νερά της. Κάναμε μια μικρή βόλτα αλλά δεν είδαμε κάτι ενδιαφέρον πέρα από τη θέση της με το ελατόδασος γύρω της. Πήραμε λοιπόν το δρόμο που με νοτιοανατολική κατεύθυνση οδηγεί στο μεγάλο χιονοδρομικό κέντρο Pamporovo. Πριν όμως είχαμε να κάνουμε άλλη μια επίσκεψη. Στο δρόμο για το Pamporovo, περίπου 15χμ πριν είναι το παραδοσιακό χωριό Shiroka Laka

Χτισμένο μέσα στο πυκνό δάσος, στα 1060μ υψόμετρο, 

διαρρέεται από ένα μικρό ποτάμι και 2-3 πέτρινες γέφυρες ενώνουν τις δύο όχθες του. Τα σπίτια του, ξύλινα τα περισσότερα, διατηρούνται σε εξαιρετική κατάσταση. Είναι απόλαυση μια βόλτα στο μικρό, άλλωστε χωριό. Η βασική οικονομική δραστηριότητα της περιοχής είναι η κτηνοτροφία και ακολουθούν η υλοτομία και τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός. 

Παντού πουλάγανε κουδούνια για ζώα σαν αναμνηστικά. Κουδούνια μικροσκοπικά, μεσαία αλλά και αρκετά μεγάλα.

Ένα σπουδαίο μνημείο είναι η εκκλησία Uspenie Bogorodichno, δηλαδή Κοίμηση της Παναγίας, που χτίστηκε το 1834 μέσα σε 38 μέρες (σύμφωνα με την παράδοση). Ωραίο πετρόχτιστο κτίσμα με λίγες τοιχογραφίες και ζωγραφισμένο τέμπλο, όλα λαϊκότροπα. Απ’ έξω ακριβώς περνά το ποτάμι και υπάρχει εκεί μια από τις πέτρινες γέφυρες του χωριού.
Το χωριό όμως είναι γνωστό για μια άλλη δραστηριότητα. Έχει ένα σχολείο αλλιώτικο από τα άλλα. Από αυτό έχουν αποφοιτήσει οι σπουδαιότεροι λαϊκοί τραγουδιστές της χώρας! Σχολείο λαϊκού παραδοσιακού τραγουδιού λοιπόν. Αλλά αυτή η παράδοση της περιοχής δεν τελειώνει σε αυτό το χωριό. 6 χμ νοτιότερα είναι το χωριό Γκέλα. Εκεί έχει ένα άλλο σχολείο αλλιώτικο από τα άλλα. Σχολείο για την εκμάθηση Γκάϊντας! 

Έτσι η περιοχή σφύζει από μουσική. Ειδικά όταν οι μαθητές των δύο σχολείων συναντιόνται και ξεδιπλώνουν την τέχνη τους, πράγμα που συμβαίνει τα καλοκαίρια σε διάφορες εκδηλώσεις.
Εμείς επισκεφτήκαμε την εκκλησία και στη συνέχεια πήγαμε στην κεντρική πλατεία, όπου και παρκάραμε. Κάτσαμε σε μια Mehana (η ταβέρνα στα Βουλγάρικα) να πιούμε ένα καφέ και κάποιοι να τσιμπήσουν κάτι. Το γκαρσόνι ήξερε καλά αγγλικά αλλά τα μίλαγε με πολύ εξεζητημένο ύφος και είχε πλάκα!
Έκανα μια βόλτα στο χωριό να βγάλω φωτογραφίες και ξεκινήσαμε για τη συνέχεια που αποδείχτηκε το πιο μεγαλειώδες κομμάτι της βόλτας μας.
Από το Shiroka Laka, ο δρόμος ανηφορίζει έχοντας δεξιά το ποτάμι και ένα γύρω πυκνά δάση από ερυθρελάτη.
Κάναμε μια μικρή στάση σε ένα σημείο όπου υπάρχει ένα πέτρινο γεφύρι, ένα αναστηλωμένο κτίσμα σα νερόμυλος και ένα μνημείο με έναν αετό. Εκεί μια νταλίκα φόρτωνε κορμούς. Βγάλαμε μερικές φωτογραφίες και πήραμε πάλι την ανηφόρα. 

Τα έλατα γύρω μας ήταν γίγαντες. Δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερα στη ζωή μου. Κυριολεκτικά μνημεία της φύσης! 

Φτάσαμε στο Pamporovo, που όμως έδειχνε να είναι σε θερινή νάρκη. Τα περισσότερα ξενοδοχεία ήταν κλειστά. Κάποια κάμπινγκ με τριγωνικές καλύβες ήταν ανοικτά και φαινότανε να έχουν σχετικό κόσμο. Βρίσκεται στους πρόποδες της κορυφής Σνεζάνκα (1926μ.) σε υψόμετρο πάνω από τα 1699μ. και εκεί τα έλατα είχαν «ξεφύγει» τελείως!! Συναγωνίζονταν επάξια εξαώροφα και επταώροφα κτίρια!! Λίγες φωτογραφίες κι εδώ και συνεχίζουμε παίρνοντας το δρόμο για Φιλιππούπολη προς τα βόρεια. Σχεδόν αμέσως φτάσαμε στην πόλη που περηφανεύεται πως βρίσκεται «πάνω» απ’ όλες τις άλλες της χώρας. Είναι η πόλη Chepelare και βρίσκεται στα 1100μ πάνω από τη στάθμη της θάλασσας! Όλα σε αυτή την πόλη χορεύουν στο ρυθμό του σκι, 

γι αυτό και όταν πήγαμε εμείς υπήρχε μια ηρεμία, που έσπαζε μόνο από τις φωνές λίγων παιδιών σε μια παιδική χαρά. Κάτσαμε λίγο στην πλατεία και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Η μέρα είχε αρχίσει να γέρνει προς το τέλος της. Είχαμε αποφασίσει να σταματήσουμε κάπου στο δρόμο για φαΐ.

Σε μια διασταύρωση ένα μνημείο με έκανε να σταματήσω. Μια πύλη, μια γυναίκα που κρατά ένα σκεύος και ένας γκαϊτατζής.
Λίγο μετά κοντά στο χωριό Hvoyna, μια πινακίδα σε μια Mehana μας έκανε να σταματήσουμε. «Μιλάμε Ελληνικά» έγραφε στη γλώσσα μας. Οι ιδιοκτήτες είχαν ζήσει μετανάστες κάμποσα χρόνια στην Ελλάδα, γύρισαν και άνοιξαν αυτό το μαγαζί. Το φαγητό ήταν καλό, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο και η εξυπηρέτηση πολύ καλή.
Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν φτάσαμε στο ξενοδοχείο για την τελευταία βραδιά στη Φιλιππούπολη. Είχαμε οδηγήσει στον επικίνδυνο δρόμο που είχαμε πάρει 3 μέρες πριν αλλά ευτυχώς οι «ραλίστες» Βούλγαροι ήταν λίγοι εκείνο το βράδυ και έτσι το ταξίδι ήταν ήρεμο.
Η Φιλιππούπολη και οι άλλες πόλεις και τα χωριά που είδαμε αυτές τις μέρες είναι ωραία αλλά αυτό που μας κέρδισε είναι το ανεπανάληπτο τοπίο της μοναδικής Ροδόπης. Είμαι πραγματικά ευτυχισμένος που αξιώθηκα να δω τέτοιες όμορφες εικόνες.
Την επομένη θα πηγαίναμε σε άλλα μέρη. Λίγο πιο βόρεια, στην οροσειρά που έδωσε το όνομά της σε ολόκληρη τη χερσόνησό μας. Οροσειρά του Αίμου λοιπόν και Veliko Tarnovo!

Περισσότερες φωτογραφίες: https://picasaweb.google.com/116213570543368398574/BULGARIA21307182012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...