Κυριακή 26 Μαΐου 2024

Tbilisi, η πρωτεύουσα του Sakartvelo! 1

2024-Road Trip σε Γεωργία και Αρμενία, μέρος 1ο

2 Μαΐου 2024

 


Τι σχέση μπορεί να έχουν ο Νώε, ο Προμηθέας και ο Φρίξος; Απλά και οι τρεις σχετίζονται μυθολογικά, με τον ένα ή άλλο τρόπο, με την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου, της μεγάλης οροσειράς ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, ανάμεσα στη Μαύρη θάλασσα και την Κασπία, της οροσειράς με τα ψηλότερα βουνά της Ευρώπης.

Ήταν καιρός που σχεδίαζα ένα ταξίδι σε αυτή την περιοχή. Ήρθε αυτή η ώρα και ξεκίνησα το ψάξιμο. Ο αρχικός σχεδιασμός περιλάμβανε τη Γεωργία, την Αρμενία και το Αζερμαϊτζάν, μιας και η Aegean είχε απευθείας πτήσεις και με τις τρεις πρωτεύουσες. Για αρχή έκλεισα τα εισιτήρια ξεκινώντας από το Μπακού και αφήνοντας το Ερεβάν για το τέλος μιας και οι σχέσεις του Αζερμαϊτζάν με την Αρμενία είναι εχθρικές και δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους. Έτσι θα έβαζα τη Γεωργία στη μέση, που οι σχέσεις της με τις δύο άλλες χώρες είναι καλές. Η κράτηση περιλάμβανε Αθήνα-Μπακού και Ερεβάν-Αθήνα με ενδιάμεση πτήση άλλης εταιρείας Μπακού-Τυφλίδα. Και άρχισε η δουλειά για τον σχεδιασμό του ταξιδιού. Λίγο καιρό μετά έρχεται ένα μήνυμα από την Aegean, που ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει πως λόγω αλλαγής του σχεδιασμού των δρομολογίων της καταργεί το δρομολόγιο για Μπακού. Άντε πάλι από την αρχή.

Νέος σχεδιασμός με απόφαση το ταξίδι να γίνει με νοικιασμένο αυτοκίνητο από Τυφλίδα, μιας και η είσοδος Γεωργιανού αυτοκινήτου επιτρέπεται (μετά από κάποιες διαδικασίες και κόστους βεβαίως βεβαίως) στην Αρμενία. Τα νέα εισιτήρια ήταν Αθήνα-Τυφλίδα 2/5/2024 και Τυφλίδα-Αθήνα 18/5/2024. Φυσικά δεν μιλάμε για τις βάρβαρες ώρες ταξιδιού Από εδώ 12.05 τα μεσάνυχτα και άφιξη στην Τυφλίδα 3.50 (και οι δύο χώρες είναι μια ώρα μπροστά από εμάς) και από Τυφλίδα 4.40 και άφιξη στην Αθήνα 6.40 πουρνό-πουρνό.

Αφού έγινε κι αυτό ξεκίνησε ο νέος σχεδιασμός και η αναζήτηση ξενοδοχείων και αυτοκινήτου. Με τα ξενοδοχεία είχαμε ένα θέμα μιας και χρειαζόμαστε δωμάτιο προσβάσιμο σε αναπηρικό αμαξίδιο και είτε είναι λίγα, είτε πολύ ακριβά. Χρειάστηκε μάλιστα να αλλάξουμε και στη διάρκεια του ταξιδιού.

Τέλος πάντων όλα ρυθμίστηκαν και περιμέναμε να έρθει η Μεγάλη Τετάρτη (στην πραγματικότητα φεύγαμε Μ. Πέμπτη, μιας και θα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα).

 

Tbilisi, η πρωτεύουσα του Sakartvelo

Τι είναι αυτό το Sakartvelo και τι το Tbilisi; Μα η Γεωργία και η Τυφλίδα αντίστοιχα, όπως τις αποκαλούν οι Γεωργιανοί στη γλώσσα τους. Μια γλώσσα περίεργη στο άκουσμα, που δεν θυμίζει καμμιά άλλη. Ή μάλλον ακούγοντάς την μου θύμιζε φευγαλέα πότε τούρκικα, πότε εβραϊκά και πότε φαρσί (τη γλώσσα των Ιρανών). Όταν τη δεις γραμμένη άσε. Τα αραβικά, μας είναι πιο οικεία. Για όσους είναι κάποιας ηλικίας να θυμίσω εκείνο το μάθημα της καλλιγραφίας στο δημοτικό. Έτσι και η γεωργιανή γραφή είναι όλο «στρογγυλάδες» και «ουρίτσες» αλλά μέχρις εκεί. Η μοναδική λέξη που κατάφερα να μάθω ήταν το «madloba», δηλ «ευχαριστώ».

Περασμένες 4 το πρωί βγήκαμε με τις αποσκευές μας από το αεροδρόμιο. Το ταξί που είχαμε κλείσει μας περίμενε και σε λίγο φτάσαμε στο ξενοδοχείο, στην περιοχή Avlabari, κοντά στο κέντρο, αλλά όχι και τόσο κοντά για εμάς, που δεν μπορούμε να ανεβοκατέβουμε σκάλες και πολύ απότομα καλντερίμια. Τέλος πάντων και αυτό θα το αντιμετωπίζαμε.

Ήμασταν «λιώμα» και ξαπλώσαμε λίγες ώρες μήπως συνέλθουμε.

Γύρω στις 11 βγήκα να πάρω κάτι για πρωινό πριν ξεκινήσουμε για την πρώτη μας γνωριμία με την πόλη. Περίπου 300μ από το δωμάτιό μας είναι ο σταθμός ΜΕΤΡΟ Avlabari με μια μεγάλη πλατεία μπροστά και πολλά μαγαζιά, αλλά και κάποια αξιοθέατα. Εννοείται πως δεν άντεξα στον πειρασμό για μια πρώτη μικρή εξερεύνηση.

Η γειτονιά που μέναμε είναι σε μεγάλο βαθμό στο κακό της το χάλι
με κτίρια ερείπια ή σχεδόν

και στην καλύτερη περίπτωση κάποια υπό συντήρηση. Βέβαια είναι και κάποια πρόσφατα συντηρημένα. Το ίδιο και οι δρόμοι. Υπήρχαν σημεία που είχες την εντύπωση πως μόλις είχε προηγηθεί καταστροφικός σεισμός. Και όλα αυτά σε απόσταση αναπνοής από κομβικά σημεία του κέντρου της πόλης, όπως το πάρκο Rike ή η πλατεία Ευρώπης. Έτσι οι πρώτες εικόνες που έδρεψα δεν ήταν τέτοιες που να σε κάνουν να ενθουσιαστείς. Μπροστά στον σταθμό είναι δύο ενδιαφέροντα γλυπτά.

Το πρώτο έχει τίτλο «Resistance» και είναι έργο του David Natidze του 2023.

Το δεύτερο είναι ένα Μνημείο στους χαρακτήρες της δημοφιλούς Σοβιετικής ταινίας Mimino του 1977 σε σκηνοθεσία του Georgiy Daneliya. Το γλυπτό είναι έργο του Γεωργιανο-ρώσου καλλιτέχνη Zurab Tsereteli, του 2011 (θα βλέπαμε άλλο ένα γλυπτό αφιερωμένο στους ήρωες αυτής της ταινίας, αλλά στην Αρμενία).

Στον ίδιο χώρο είναι και η Αρμένικη αποστολική εκκλησία Ejmiatsin, του 18ου αι.

Φυσικά και έκανα μια πρώτη επίσκεψη.

Έξω από την εκκλησία είναι δύο Χάτσκαρ (Khachkar), οι χαρακτηριστικές αρμένικες «Σταυρόπετρες»,

κάποια αρχιτεκτονικά κομμάτια από προηγούμενες φάσεις του ναού,

ενώ το εσωτερικό του είναι λιτό, χωρίς τοιχογραφίες, χωρίς τέμπλο, αλλά με λίγες φορητές εικόνες

και κάποια βιτρό.

Γύρισα στο δωμάτιο και κάτσαμε να τσιμπήσουμε το κατιτίς μας.

Σε αυτό το σημείο ας πούμε λίγα για τη χώρα και την πόλη, που μόλις είχαμε φτάσει.

Η Γεωργία (Sakartvelo στα Γεωργιανά) είναι χώρα στο όριο Ευρώπης-Ασίας στην περιοχή του Καυκάσου και θεωρείται πολιτιστικά, πολιτικά και ιστορικά Ευρωπαϊκό κράτος. Η ιστορία της πάει πολύ πίσω στα παλαιολιθικά χρόνια, ενώ έχουν βρεθεί και κρανία Homo Erectus ηλικίας πάνω από 1.500.000 χρόνων. Ακόμα έχοντας βρει δοχείο κρασιού από το 6000 π.Χ. θεωρείται η «πατρίδα» του κρασιού. Εκτός των άλλων, στο έδαφος της Γεωργίας βρίσκονταν κατά την αρχαιότητα δύο σημαντικά βασίλεια, αυτά της Κολχίδας, γνωστή τοπικά ως Εγκριζιάν (Εγρισία) και της Ιβηρίας, γνωστή και ως Κάρτλι (Κάρθλιο), που συνδέονται με την ελληνική ιστορία με διάφορους μυθολογικούς και ιστορικούς τρόπους. Στην Κολχίδα βρισκόταν το χρυσόμαλλο δέρας που αναζήτησε ο Ιάσονας με τους Αργοναύτες του. Το δέρας πιθανώς αναφέρεται στην τοπική τεχνική χρήσης δερμάτων για τη συλλογή χρυσού από τα ποτάμια. Ο Στράβων αναφέρει για τους Σβανέτιους ότι «τοποθετούσαν δορές προβάτων στις κοίτες ποταμών, ώστε τα ψήγματα χρυσού που έφερνε το νερό του ποταμού να κολλούν στο μαλλί». Η τεχνική αυτή για τη συλλογή χρυσού διατηρήθηκε στο Σβανέτι μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Στο μεταίχμιο του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα, το 302 π.Χ., ιδρύθηκε από τον βασιλιά Παρναβάζ (Φαρνάβαζος, σύγχρονος του Μεγ. Αλεξάνδρου) το Βασίλειο της Ιβηρίας (Κάρτλι) με πρωτεύουσα τη Μτσχέτα.

Στα χρόνια του Παρναβάζ καθιερώθηκαν το αλφάβητο και η γεωργιανή γραφή. 

Η Γεωργία στη μακρόχρονη ιστορία της πέρασε σε χέρια Περσών, Βυζαντινών, Μογγόλων και Οθωμανών ενώ υπήρξαν και μεγάλα διαστήματα μιας κάποιας αυτονομίας ή ανεξαρτησίας μέχρι το 1801 που προσαρτήθηκε στην Ρωσική αυτοκρατορία και για πάνω από 100 χρόνια υπήρξε μέρος της. Το 1918 αποβιβάστηκαν στο Μπατούμι Βρετανοί (!!!) και έθεσαν υπό την «προστασία» τους τη χώρα ως το 1921, ενώ από το 1922 ως το 1991 ήταν μέλος της ΕΣΣΔ.

Ακολούθησαν συρράξεις με αυτονομιστές και Ρώσους για τα θέματα της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας (που δεν έχουν επιλυθεί ακόμα) και σήμερά η χώρα αποτελεί Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. (περισσότερα εδώ)

Η Τυφλίδα (Tbilisi στα Γεωργιανά, που σημαίνει «Ζεστή τοποθεσία» λόγω των θερμών πηγών που υπάρχουν σ’ αυτήν) είναι η πρωτεύουσα της Γεωργίας από το 1921 ιδρύθηκε το 458 μ.Χ. αντικαθιστώντας την μέχρι τότε πρωτεύουσα Μισκχέτα. Με μια πολυτάραχη ιστορία πέρασε διαδοχικές κατακτήσεις από Βυζαντινούς, Πέρσες, Μογγόλους, Οθωμανούς και τελικά τους Ρώσους το 1801. Από το 1801 μέχρι και το 1921 αποτέλεσε την πρωτεύουσα της Υπερκαυκασίας (περιοχή της Τσαρικής Ρωσίας που περιλάμβανε τα σημερινά κράτη της Γεωργίας, της Αρμενίας, του Αζερμπαϊτζάν και τμημάτων της σημερινής Τουρκίας). Την περίοδο της Ρωσικής διοίκησης η πόλη μεγεθύνεται με την εγκατάσταση ποικίλων πληθυσμών (Γεωργιανών, Αρμενίων, Αζέρων, Ελλήνων, Ρώσων και Εβραίων)

και οικοδομούνται διάφορα δημόσια, ιδιωτικά και θρησκευτικά οικοδομήματα, πολλά από τα οποία σωζόμενα μέχρι και σήμερα της δίνουν ένα πολυπολιτισμικό χαρακτήρα. (περισσότερα εδώ)

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πόλης είναι ο ποταμός που τη διαρρέει, ο Μτκβάρι ή Κούρα (Κούρος για τους Αρχαίους Έλληνες), ένα  ποτάμι με μήκος μεγαλύτερο των 1500χμ, που ξεκινάει από τη Β.Α. Τουρκία και περνώντας από Γεωργία και Αζερμπαϊτζάν χύνεται στην Κασπία. Όλη η πόλη αναπτύσσεται δεξιά και αριστερά του με τη δεξιά μεριά να κατρακυλάει απότομα και σε κάποιες περιπτώσεις κάθετα προς αυτό.

Όντας από αυτή τη δεξιά μεριά το κατάλυμά μας ξεκινήσαμε για την πρώτη βόλτα μας στην πόλη. Απέναντι από την Αρμένικη εκκλησία Ejmiatsin, στην πλατεία μπροστά από το σταθμό ξεκινά η Wine Rise, που βγάζει στην πλατεία Ευρώπης, ένας πολύ κατηφορικός και με «άγριο» καλντερίμι δρόμος, «απαγορευτικός» για αναπηρικό αμαξίδιο, τόσο αυτός όσο και τα πεζοδρόμια δεξιά και αριστερά που είναι όλο σκαλάκια. Έτσι αναγκαστικά πήραμε την πολύ κεντρική και με μεγάλη κίνηση λεωφόρο Nikoloz Baratashvili Rise,

που έχει αριστερά και από κάτω το πάρκο Ρίκε

και δεξιά το κάθετο αλλά καταπράσινο βράχο,

ο οποίος είχε σε κάποια σημεία μικρές σπηλιές,

από κάποια έτρεχαν νερά



και στην κορυφή του στέκει το εντυπωσιακό πρώην προεδρικό μέγαρο, που τώρα χρησιμοποιείται για διάφορες κρατικές τελετές.

Προσπεράσαμε το φουτουριστικό και πολύ ενδιαφέρον Μέγαρο Μουσικής του Ρίκε και φτάσαμε στην γέφυρα Baratashvili, συνέχεια της λεωφόρου.

Από τη γέφυρα η θέα προς το φρούριο Narikala (αριστερά) και το μνημείο της Μητέρας Γεωργίας (δεξιά),

αλλά και το ποτάμι με το άλλο φουτουριστικό έργο του Ρίκε, την πεζο-γέφυρα της Ειρήνης είναι απλά υπέροχη.

Πάνω στη γέφυρα, στα κάγκελα από τη μια μεριά και την άλλη στέκουν τα τελευταία χρόνια μερικά μοντέρνα γλυπτά,

που αποτελούν σύνθεση με τον τίτλο «Νεότητα» και δείχνουν στιγμιότυπα από τη ζωή και κυρίως την ανεμελιά νέων ανθρώπων. Υπέροχο έργο!

Πίσω από τη βόρεια πλευρά της γέφυρας φαίνεται ένα περίεργο κτίριο, που μοιάζει σα συστάδα μανιταριών. Σε αυτό στεγάζεται, εκτός των άλλων και το δικαστικό μέγαρο της πόλης.

Από τη γέφυρα φαίνονται καλά τα δύο φουτουριστικά έργα του Ρίκε.

Το Μέγαρο Μουσικής (στην πραγματικότητα Μουσικό Θέατρο και Αίθουσα Εκθέσεων), έργο των αρχιτεκτόνων Massimiliano και Doriana Fuksas, του 2010, που αποτελείται από δύο «σωληνωτά» τμήματα. Το αριστερό που είναι το Μουσικό θέατρο και το δεξιό, που είναι το εκθεσιακό κέντρο.

Το άλλο είναι η πεζο-Γέφυρα της Ειρήνης, έργο και αυτό του 2010, που φτιάχτηκε από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Michele De Lucchi και το Γάλλο σχεδιαστή φωτισμού Philippe Martinaud. Επειδή βρίσκονται στο Ρίκε και γειτνιάζουν με την παλιά πόλη (μάλιστα η γέφυρα συνδέει το πάρκο με αυτήν) υπήρξαν πολλές διαμαρτυρίες, όπως άλλωστε γίνεται παντού στον κόσμο όταν ένα πρωτοποριακό έργο έρχεται σε «κόντρα» με την τρέχουσα αισθητική της περιοχής. Έγιναν όμως, στα χρόνια που πέρασαν, δύο από τα χαρακτηριστικά τοπόσημα της πόλης. 

Περάσαμε τη γέφυρα και από την αριστερή μεριά του ποταμού, αρχίσαμε να κατηφορίζουμε.

Περάσαμε έξω από το κτίριο όπου βρίσκεται ο παλαιότερος ναός της Τυφλίδας, ο Πατριαρχικός Ναός Αντσισχάτι του 6ου αι. και το Πατριαρχείο.

Στον εξωτερικό τοίχο υπάρχουν ενσωματωμένες αρκετές, ενδιαφέρουσες ανάγλυφες εικόνες.

Λίγο πιο κάτω κάτσαμε για φαγητό στη δροσιά. Παραγγείλαμε κάποιες γεωργιανές λιχουδιές και μέχρι να ετοιμαστούν πετάχτηκα να δω κάποια πράγματα, που δεν είναι εύκολα για τη Σοφία.

Δίπλα μας ήταν η βάση της πεζογέφυρας και εκεί πήγα.

Από εκεί πήρα τον πεζόδρομο Erekle II που είναι ένας δρόμος με μπαρ, καφέ, εστιατόρια

και σουβενιράδικα.

Όλα βγάζουν τραπέζια έξω με αποτέλεσμα ο δρόμος να κλείνει σχεδόν τελείως εκτός από ένα διάδρομο στον οποίο στριμώχνονται άνθρωποι και άνθρωποι. Φαντάζομαι πως το καλοκαίρι θα είναι αδύνατο να περάσεις.

Ο στενός χώρος δε σε αφήνει να σηκώσεις το βλέμμα για να δεις τα όμορφα καφασωτά των κτιρίων γύρω σου, μια αρχιτεκτονική που θυμίζει την Οθωμανική των Βαλκανίων, που όμως τη βλέπουμε και αλλού, όπως τα πολλά παρόμοια καφασωτά που είχα δει στη Μάλτα.

Άφησα στα δεξιά την Kote Afkhazi

και έφτασα στον Καθεδρικό της Κοίμησης της Θεοτόκου Σιών.

Αρκετός κόσμος έμπαινε και έβγαινε (Μεγάλη Πέμπτη γαρ) αλλά εγώ δεν μπήκα. Είναι του 6ου αι, αλλά έχει υποστεί πολλές αλλαγές μέχρι και τον 19ο αι. Μέχρι την κατασκευή της Αγ. Τριάδας το 2004 ήταν η έδρα του Πατριάρχη Γεωργίας.

Λίγο παρακάτω και αφού έχουν αραιώσει τα τραπεζοκαθίσματα,

σε ένα σταυροδρόμι της οδού Sioni στέκει το μπρούτζινο αντίγραφο ενός ευρήματος του 7ου αι π.Χ., που δείχνει έναν άντρα να κάνει πρόποση, γνωστό σαν Tamada.

Εκεί έστριψα προς το ποτάμι

και έφτασα στο σημείο που είναι άλλο ένα γλυπτό για τον Σοβιετικό σκηνοθέτη Σεργκέι Παρατζάνωφ (1924-1990). Βγήκα και πάλι στον παραποτάμιο δρόμο για να γυρίσω στο εστιατόριο.

Πριν φτάσω στα αριστερά είδα το άγαλμα για τον ποιητή Ietim Gurji (1875-1940).

Όταν έφτασα είχαν αρχίσει να έρχονται τα φαγητά. Η πρώτη μας επαφή με τη Γεωργιανή κουζίνα.

Khinkali, τα γεμιστά με κιμά «πουγκιά»,

Badrijai Nigvzit, τα ρολά μελιτζάνας με γέμιση καρυδιού και Pkhali, το άλειμμα από σπανάκι ή παντζάρι με διάφορα άλλα συστατικά. Όλα πολύ νόστιμα. Αν υπολογίσουμε και το πρωινό Imeruli khachapuri (κάτι σαν τη δική μας τυρόπιτα) ήταν μια καλή εισαγωγή στην ενδιαφέρουσα κουζίνα αυτής της χώρας. Μιας κουζίνας επηρεασμένης από όλες τις γύρω της περιοχές και με πολλά ανατολίτικα στοιχεία, κάτι που σε εμάς την κάνει κάπως οικεία και όχι ξένη και περίεργη. Είναι πολύ νόστιμη, αν και μας έπεσε λίγο βαριά. Κάτι τα πολλά τυριά, κάτι η χρήση βούτυρου αντί για ελαιόλαδο και οι πικάντικες σάλτσες ήταν κάπως.

Μετά το φαγητό πήραμε ένα ταξί και γυρίσαμε στο δωμάτιο. Εδώ μια πληροφορία. Αν πάρεις ταξί από το δρόμο ή πιάτσα θα πληρώσεις αρκετά. Π.χ. για μια απόσταση περίπου 2,5χμ πληρώσαμε 20 λάρι (περίπου 7,00€). Αν όμως κλείσεις μέσω εφαρμογής, ή ακόμα καλύτερα ζητήσεις από τον ξενοδόχο ή το εστιάτορα (όπως εκείνη τη μέρα), θα σου καλέσουν από εφαρμογή, ή τον δικό τους ταξιτζή και η τιμή θα είναι απίστευτα μικρότερη. Το επόμενο πρωί για απόσταση πάνω από τη διπλάσια πληρώσαμε 3,5 λάρι.

Μιας και ήμασταν ξενύχτηδες και πολύ κουρασμένοι, η Σοφία ξάπλωσε και πριν το κάνω κι εγώ είπα να κάνω μια βόλτα γύρω από το κατάλυμά μας. 

Πολύ κοντά μας, στο Avlabari, στην κορυφή του λόφου Elia στέκει ο ναός που τον βλέπεις από παντού στην πόλη. Είναι ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Τριάδας, γνωστός σαν Sameba. Φτιάχτηκε μεταξύ 1995 και 2004, είναι ο κύριος καθεδρικός ναός της Γεωργιανής εκκλησίας, ο τρίτος ψηλότερος ορθόδοξος ναός και ένα από τα μεγαλύτερα θρησκευτικά κτίρια του κόσμου.

Για εκεί ξεκίνησα.

Πέρασα μερικά ακόμα κτίρια σε κακή κατάσταση,

κάποια νεόκτιστα αμφιβόλου αισθητικής,

αρκετά ξενοδοχεία, κάποια με παραδοσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία και έφτασα.

Εξωτερικά ο χώρος θυμίζει κάστρο με τον Περίβολο σαν τείχος.

Περνώντας την πύλη αντικρύζεις τον Ναό πάνω σε ένα πλάτωμα με κλιμακοστάσιο

στο οποίο φτάνεις από ένα πλακόστρωτο με κίονες σκαλιστούς δεξιά και αριστερά.

Ανεβαίνοντας τη σκάλα φτάνεις στο τεράστιο πλάτωμα με τον ναό στη μέση.

Εξωτερικά έχει ενδιαφέροντα διακοσμητικά στοιχεία,

ενώ στο εσωτερικό του, όπως οι περισσότεροι ναοί που είδαμε στο ταξίδι μας, είναι γυμνός από τοιχογραφίες, εκτός του ιερού.

Μόνο διάφορες φορητές εικόνες σε διάφορα σημεία και μπροστά στις περισσότερες έχει μανουάλια για το άναμμα κεριών.

Την ώρα που έφτασα είχε λειτουργία. 

Έκατσα λίγα λεπτά και ξεκίνησα να γυρίσω να ξαπλώσω γιατί ένοιωθα κομμάτια.

Βγαίνοντας από τον ναό είναι το ίδιο επιβλητική και η εικόνα προς την πύλη, από όπου είχα μπει μέσα στον ευρύτερο χώρο του ναού.

Κατεβαίνοντας πέρασα να πάρω

κάτι για την «υπογλυκαιμία»(!!!!!!) και τράβηξα για το δωμάτιο. Ουσιαστικά εκεί τελείωσε η πρώτη μας μέρα στη Γεωργία, μιας και δεν βγήκαμε ξανά. Οι πρώτες εντυπώσεις είναι καλές αλλά και με πολλές δυσκολίες που μας προβλημάτισε.

Καλή συνέχεια!

 

 (το ταξίδι συνεχίζεται )

θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια σας

 

 

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...