Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Καβοντόρος, 1994 & 2006



Μέρος α'
 2 Αυγούστου 1994
Ένα όνομα που στους παλαιότερους ναυτικούς προκαλούσε αισθήματα τρόμου και στους τωρινούς ταξιδιώτες που δεν αγαπούν ιδιαίτερα τα θαλασσινά ταξίδια ένα σφίξιμο στο στομάχι.
Το ακρωτήρι που οι αρχαίοι ονόμαζαν Καφηρέα και κατ’επέκταση το στενό ανάμεσα στη Νότια Εύβοια και την Άνδρο. Ένα στενό συχνά ανταριασμένο, στη «μπούκα» του βοριά. Το στενό όπου ο Μπάρμπα Λάμπρος (Κατσώνης) έπαθε μεγάλη λαχτάρα στα 1790 και έτσι βγήκε η γνωστή έκφραση «Αν σ’αρέσει Μπάρμπα Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο».
Στα παλαιότερα χρόνια συνήθως γραφόταν σαν ΚΑΒΟΝΤΟΡΟΣ και ήταν κλιτό. Στα νεώτερα όλο και επικρατεί το ΚΑΒΟ ΝΤ’ΟΡΟ και είναι άκλιτο. Τρεις εκδοχές έχω διαβάσει για την προέλευση του ονόματος (ίσως υπάρχουν κι άλλες). Αν δεχτούμε τη δεύτερη γραφή τότε μπορεί να σημαίνει ΧΡΥΣΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ από τις υπέροχες χρυσαφένιες ανατολές και το χρώμα που παίρνει ο τόπος ή ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ από τα πολλά ναυάγια και τους θησαυρούς που ξεβράζονταν στις ακτές του. Η πρώτη γραφή δίνει και την τρίτη εκδοχή. ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΤΟΥ ΝΤΟΡΟΥ, της φασαρίας, του σαματά δηλαδή. Ο καθένας ας «υιοθετήσει» όποια του ταιριάζει καλύτερα.
Το όνομα αυτού του ακρωτηριού και ποιος δεν έχει ακούσει! Πόσοι όμως αποφάσισαν να πάνε να δουν από κοντά τον «φοβερό» αυτόν «μπαμπούλα»;

Πήγα στον Καβοντόρο δύο φορές. Και τις δύο αφετηρία και τέρμα της εκδρομής μου η πόλη της Καρύστου. Η πρώτη φορά ήταν μια μέρα του Αυγούστου του 1994 με φοβερή ζέστη που ξεκινήσαμε με τον πολύ καλό μου φίλο και πολύ γνωστό μουσικολόγο, τον Μάρκο, να βρούμε μουσικούς στα χωριά του Καβοντόρου για να ηχογραφήσουμε μουσικές και τραγούδια του τόπου εκείνου. Μουσικό υλικό δε βρήκαμε πολύ αλλά ταξιδιωτικές εικόνες το κάτι άλλο.
Ξεκινήσαμε από την Κάρυστο με κατεύθυνση προς τα ανατολικά για 22 χμ σε άσφαλτο. Περάσαμε από τα χωριά Κάτω Αετός και Μετόχι. Ο δρόμος με πολλές στροφές κινείται αρκετά ψηλά στην πλαγιά με θέα στην αρχή τον κόλπο της Καρύστου και στη συνέχεια το Αιγαίο. Το τοπίο «Κυκλαδίτικο». Αυτό σημαίνει πολύ χαμηλή βλάστηση από ξηροφυτικούς κυρίως θάμνους. Βέβαια σε αυτή την εικόνα έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο οι πολλές, σχεδόν «ετήσιες» φωτιές των προηγούμενων χρόνων και η υπερβόσκηση της καμένης περιοχής. Δεν παύει όμως να εντυπωσιάζει το τοπίο και να ασκεί μια ιδιότυπη γοητεία με την αγριάδα του. Προσπεράσαμε τις διασταυρώσεις για τους παραθαλάσσιους οικισμούς Καστρί (οι αρχαιολόγοι τοποθετούν εκεί την Αρχαία Γερεστό) και Λιβάδι και φτάσαμε στο χωριό Πλατανιστός. Είναι χτισμένο στις δύο πλαγιές μιας ρεματιάς με πολύ πράσινο και τρεχούμενα νερά. Ο δρόμος κινείται στην αρχή στη Νοτιοδυτική πλευρά του χωριού και περνά πάνω από το ποτάμι από την τσιμεντένια γέφυρα σε ένα πολύ όμορφο τοπίο που προσφέρεται ακόμα και για μπάνιο στα κρύα νερά του ποταμού. Έχοντας πάρει την βορειοανατολική πλευρά του χωριού σε λίγο η άσφαλτος τελειώνει και αρχίζει ο βατός χωματόδρομος που θα μας συνοδεύει για περίπου 60-70 χμ. Στα πρώτα χμ του χωματόδρομου συναντάμε τη διασταύρωση δεξιά για Ποτάμι. Ο παραλιακός αυτός παραθεριστικός οικισμός, που απέχει περίπου 5 χμ σχετικά κακού χωματόδρομου, είναι πολύ δημοφιλής κυρίως στους οπαδούς του ελεύθερου κάμπινγκ μιας και το πυκνό δάσος των πλατανιών φτάνει μέχρι την παραλία, η οποία (όταν δεν φυσά ο βοριάς) είναι από τις ωραιότερες της Εύβοιας. Απέναντι σε πολύ μικρή απόσταση είναι η Άνδρος.
Το επόμενο χωριό είναι τα Αντιά. Άλλη περίπτωση αυτό. Έγινε αρκετά γνωστό τα τελευταία χρόνια με παρουσιάσεις στα τηλεοπτικά κανάλια αλλά και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Αιτία το σφύριγμα!!!! Οι κάτοικοί του διατηρούν μια μακρόχρονη παράδοση. Μπορούν να συνεννοούνται και να συνομιλούν ακόμα και από αρκετά μεγάλες αποστάσεις με σφυρίγματα. Και φυσικά δε μιλάμε για απλή συνθηματική συνεννόηση αλλά κανονική συνομιλία. Φαίνεται ότι η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε σε παλαιότερες εποχές όταν ήταν ανάγκη να ειδοποιηθούν κάποιοι από τους συγχωριανούς τους αν υπήρχε πρόβλημα (φοροεισπράχτορες, αστυνομία, στρατός κ.λ.π.).
Ακολουθεί το Κόμητο με τη γέφυρα πάνω από το ποτάμι με τις καταπληκτικής ομορφιάς όχθες. Πράσινο, πολύ πράσινο και όχθες με απότομα, ψηλά βράχια. Το νερό σχηματίζει κάτω από τη γέφυρα δυο τρεις βαθιές λιμνούλες. Εκεί κάναμε μια ωραία στάση. Λίγο μετά στο τρίστρατο που πάει δεξιά για Ευαγγελισμό (¨ή Δράμεσι) και αριστερά για Καλιανού εμείς συνεχίσαμε ευθεία. Περάσαμε το Καψούρι και τη Δρυμονιά και σταματήσαμε για λίγο στο Θύμι. Αφού βρήκαμε κάποιους ανθρώπους και τα είπαμε συνεχίσαμε, περάσαμε τη Ζαχαριά και φτάσαμε στην έδρα της (Καποδιστριακής σήμερα) κοινότητας, την Αμυγδαλιά.
Βρήκαμε ένα μουσικό αλλά εκείνη την ώρα σοβάντιζε. Μπορεί να μην ηχογραφήσαμε αλλά κάτσαμε και τα είπαμε και μάθαμε για κάποιες συνήθειες που είχαν παλιότερα και που δυστυχώς πάνε πια. Παλαιότερα λοιπόν τα σπίτια είχαν ξύλινες στέγες. Για καλύτερη στήριξη υπήρχε στο κέντρο του δωματίου ένα χοντρό δοκάρι (ολόκληρος κορμός) σαν κεντρική κολώνα. Η καινούργια νύφη που έμπαινε στο σπίτι πέταγε στο δοκάρι ένα ρόδι. Αν δεν το πετύχαινε ήταν σημάδι κακοτυχιάς.
Όταν λοιπόν ο φίλος μας αντικατέστησε το ξύλινο ταβάνι με μπετόν έβγαλε και το δοκάρι και τότε βρήκε από κάτω ένα παλιό νόμισμα (το σπίτι κατά τα λεγόμενα του ήταν πάνω από εκατό χρόνων). Βάζανε λοιπόν κάτω από το κεντρικό δοκάρι ένα σιδερένιο νόμισμα για να’ ναι γερό, σιδερένιο το σπίτι. Αλλοτινοί καιροί! Η επίσκεψή μας στην Αμυγδαλιά τελείωσε με ένα πολύ δροσιστικό μπάνιο στη μικρή αλλά πολύ όμορφη αμμουδιά του χωριού όπου τα πλατάνια μιας μικρής ρεματιάς φτάνουν και εδώ μέχρι την παραλία. Το μέρος λέγεται «άμμος του Άη Γιάννη» και παλαιότερα (όχι και πολύ παλιά) έπιανε εκεί το καΐκι που έκανε τη συγκοινωνία των χωριών του Καβοντόρου μιας και ο δρόμος δεν είχε πολλά χρόνια που φτιάχτηκε. Ξανά στο δρόμο για το τελευταίο χωριό της περιοχής, την Πρινιά. Η ζέστη είχε γίνει αφόρητη και σ’ αυτό έπαιζε το ρόλο του και ένας καυτός νοτιάς που είχε εν τω μεταξύ σηκωθεί. Λίβας! Στο καφενείο του χωριού τσιμπήσαμε κάτι πρόχειρο, δροσιστήκαμε λίγο και απομεσήμερο πια, φύγαμε για το ακρωτήρι. Περάσαμε τον οικισμό Καλαμάκι όπου διαχειμάζουν με τα ζώα τους οι κάτοικοι του χωριού Σχίζαλι, βρίσκουμε μια βρύση και 100 μέτρα πιο κάτω ο δρόμος σταματά. Είμαστε σχετικά ψηλά και αγναντεύουμε το πέλαγος και τον εντυπωσιακό βράχο «Αράπης» καταμεσής της θάλασσας, με το φάρο πάνω του να σου προκαλεί ρίγη βλέποντάς τον. Το ακρωτήρι δεν το βλέπαμε ακόμα. Το βραχώδες τοπίο βοηθούσε στο να επαληθευθεί η εικόνα που είχα στο μυαλό μου. Ο βράχος απότομος και η θάλασσα να βρυχάται από κάτω του. Και ο άνθρωπος να θαυμάζει αλλά και να τρέμει την άγρια αυτή ομορφιά. Στην επόμενη στροφή του μονοπατιού όλα κατέρρευσαν! Αυτός είναι ο φοβερός και τρομερός Καβοντόρος;
Ένα ακρωτήρι γεμάτο ξερούς, αγκαθωτούς θάμνους να κατεβαίνει στη θάλασσα ομαλά σχηματίζοντας μικροσκοπικούς κολπίσκους σαν ατομικές πισίνες που με τα γαλήνια νερά τους μας καλούσαν και εμείς φυσικά δεν είπαμε το όχι. Πάνω στο ακρωτήρι το εκκλησάκι του Αγίου Γρηγορίου (προφανώς για να «γρηγορεί» για τους θαλασσοπόρους). Ευτυχώς ο «Αράπης», σαν όλους τους Αράπηδες των παιδικών μας παραμυθιών έστεκε εκεί άγριος και έσωζε κάπως την υπόληψη του «φοβερού Μπαμπούλα».
Ο Άγ. Γρηγόρης και στο βάθος ο Αράπης
Κάναμε το μπάνιο μας για άλλη μια φορά, ανάψαμε ένα κεράκι στο ξωκλήσι και επιστροφή. Αυτή τη φορά στάση μόνο στο Θύμι όπου και κάναμε τη μοναδική ηχογράφηση της εξόρμησής μας. Αργά το βράδυ φτάσαμε ψόφιοι στην Κάρυστο, με τις ταινίες του μαγνητόφωνου σχεδόν άδειες αλλά τα μάτια και τον νου γεμάτα ανεπανάληπτες, άγριες εικόνες ενός τοπίου τόσο μοναδικού, τόσο «ανεξερεύνητου» και τόσο κοντά στην Αθήνα.

Κεφάλαιο 2ο 
1 Οκτωβρίου 2006
Πέρασαν 12 ολόκληρα χρόνια. Τελευταία μέρα ή μάλλον νύχτα του Σεπτέμβρη του 2006, πίνουμε τα ουζάκια μας στην παραλία της Καρύστου μαζί με τους φίλους μας Χρήστο και τη γυναίκα του τη Μίνα. Εκεί γύρω στις 23.30 αρχίζουν τα καΐκια και οι τράτες να κάνουν μεγάλη φασαρία με τις κόρνες τους και να αναχωρούν ομαδικά και πανηγυρικά! Σε λίγο θα άλλαζε η μέρα και μαζί της και ο μήνας και άρχιζε επίσημα το ψάρεμα της μαρίδας. Πολύ όμορφες στιγμές πραγματικά. Εμείς όμως έπρεπε να πάμε σχετικά νωρίς για ύπνο γιατί την άλλη μέρα είχαμε δρόμο. Είχαμε αποφασίσει τον γύρο της Νότιας Καρυστίας, δηλ. το γύρο όλων των χωριών του Καβοντόρου.
Ξεκινήσαμε αρκετά νωρίς και πήραμε τον ασφάλτινο δρόμο που πάει για Χαλκίδα. Πριν μερικά χρόνια ήταν και ο μοναδικός ασφαλτόδρομος όλης της Νότιας Εύβοιας. Μια μικρή στάση στο εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής με τη βρύση πάνω στο δρόμο, γνωστή και σαν «του Λουμίδη». (Ναι! Ο γνωστός Λουμίδης ήταν Καρυστινός). Συνεχίσαμε και στη θέση χωνί όπου υπάρχει και ταβέρνα στρίψαμε δεξιά για Κατσαρώνι και Παραδείσι (Μπεζάνοι). Ο δρόμος περνάει μέσα από το Κατσαρώνι και έξω από το Παραδείσι που είναι γνωστό για το πράσινο, τα νερά, τις ταβέρνες και τις δροσιές του. Επόμενο χωριό ο Μελισσώνας, γνωστό για το πολύ υγιεινό κλίμα του. Στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε στο χωριό. Είναι χτισμένο μέσα στη ρεματιά. Σταματήσαμε στη μικρή πλατεία με την εκκλησία. Αυτή βρίσκεται κάπως ψηλά. Στη δυτική πλευρά της πλατείας ξεκινάει μια σκάλα που κατεβάζει στη μεγάλη βρύση και το καφενείο-ταβέρνα του χωριού. Φτάνοντας στην εκκλησία είδαμε τρεις χωριανούς που άδειαζαν μεγάλα καφάσια με σταφύλια στο παλιό πατητήρι που υπήρχε εκεί και τα πάταγαν. Είχαν εγκαταστήσει και μια μικρή χειροκίνητη πρέσα για να πάρουν ότι ήταν δυνατό από τον πολύτιμο καρπό.
Από το στόμιο του πατητηριού ένας πλαστικός σωλήνας έφερνε το μούστο κάτω, δίπλα στο καφενείο όπου τον έβαζαν σε πλαστικά βαρέλια. Ήμασταν πολύ τυχεροί που είδαμε αυτή τη διαδικασία που όσο πάει και εκλείπει λόγω των σύγχρονων οινοποιείων. Μας κέρασαν και ολόγλυκο σταφύλι που κατεβήκαμε στη βρύση να το πλύνουμε. Στο καφενείο πολλοί χωριανοί είχαν ένα μνημόσυνο. Μας πρόσφεραν σακουλάκια με κόλλυβα που θα αποδεικνύονταν πολύτιμα στη συνέχεια της εκδρομής μας.
Το επόμενο χωριό είναι ο Άγιος Δημήτριος, το «κεφαλοχώρι» της περιοχής. Ένα όμορφο, καταπράσινο χωριό χτισμένο στην πλαγιά μιας ρεματιάς με μεγάλη κλίση. Στο χωριό αυτό οι νέοι δεν φεύγουν. Και αυτό γιατί στην περιοχή βγαίνει η πασίγνωστη πέτρα Καρύστου. Ο Άγιος Δημήτρης και ο Μελισσώνας είναι τα χωριά που στα χώματά τους βρίσκεται αυτό το όμορφο (και προσοδοφόρο) πέτρωμα. Αυτό βέβαια έχει και τις αρνητικές του συνέπειες. Το πανέμορφο τοπίο έχει «πληγωθεί» πάρα πολύ από αυτή τη δραστηριότητα. Τα νταμάρια χάσκουν σα κακοφορμισμένες πληγές, κάνοντας την εικόνα θλιβερή. Ευτυχώς το πολύ πράσινο και στο βάθος το γαλάζιο της θάλασσας θολώνουν κάπως την κακή εντύπωση. Λίγο πριν από το χωριό σταματήσαμε να δούμε από ψηλά στο βάθος της ρεματιάς τα δύο ξωκλήσια. Αυτό του Αγ. Δημητρίου (μάλλον 14ος αι.), που έδωσε και το όνομα στο χωριό και το άλλο των Αγ. Πέτρου και Παύλου. Στο πρώτο μέσα στο ναό υπάρχει ένα μονολιθικό «γουδί» με πάνω από ένα μέτρο μήκος, κάτι σα σκάφη που φαίνεται ότι χρησίμευε στην επεξεργασία της πορφύρας κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Εξωτερικά δε στον ένα τοίχο του και μέσα σε κόγχη υπάρχει εντοιχισμένο αγαλματίδιο που πρέπει να είναι πάρα πολύ παλιό και το οποίο έχει χάσει τα χαρακτηριστικά του λόγω των πολλών στρωμάτων ασβέστη που έχει περαστεί μαζί με όλο το κτίσμα.
Εδώ τελειώνει και ο άσφαλτος και αρχίζει ο χωματόδρομος που είναι αλλού πολύ καλός και αλλού απλά βατός. Περάσαμε έξω από το χωριό καθώς και τον οικισμό Σκινοδαύλεια λίγο μετά από τον οποίο υπάρχει η ομώνυμη παραλία όπου καταλήγει το ρέμα του Αγ. Δημητρίου. Ο δρόμος περνά αρκετά ψηλά από πάνω χαρίζοντας όμορφες εικόνες της παραλίας με τα βράχια και τις σπηλιές γύρω της. Συνέχεια της διαδρομής προς του Καλιανού με την ομώνυμη παραλία όπου χύνεται το ποτάμι –«σταρ» της περιοχής, ο Δημοσάρης. Στο γεφυράκι δεν στρίψαμε αριστερά για την παραλία αλλά λίγο πιο κάτω δεξιά για το χωριό Λενωσαίοι. Φτάσαμε στο χωριό (καμιά δεκαριά σπίτια όλα και όλα και από αυτά πάνω από τα μισά ερείπια. Ενδιαφέρουσα η πινακίδα πάνω στο χάλασμα του καφενείου),
αφήσαμε το αυτοκίνητο και αρχίσαμε την ανάβαση στο ανεπανάληπτο αυτό φαράγγι. Περάσαμε μέσα από την αυλή της Βυζαντινής εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου και αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε το ανηφορικό καλντερίμι. Σκοπός μας δεν ήταν να περπατήσουμε όλο το φαράγγι, γιατί δεν μας έπαιρνε ο χρόνος αλλά να ανέβουμε περίπου μισή ώρα μέχρι τους πρώτους (ή τελευταίους στην κατάβαση) μικρούς καταρράκτες. Η διαδρομή καταπληκτική! Πυκνό πράσινο, δίπλα στο νερό και παντού κελαηδήματα πουλιών. Νομίζω ότι ένα τέτοιο φαράγγι, τόσο κοντά στην Αθήνα και με τόσο εύκολη πρόσβαση πρέπει να το περπατήσουν όλοι όσοι τους αρέσει το περπάτημα και η εξερεύνηση.
Φτάσαμε στους καταρράκτες, ξεκουραστήκαμε, βγάλαμε τις φωτογραφίες μας και πήραμε τον κατήφορο. Ο δρόμος για τον Καβοντόρο μας περίμενε.

Ξανά στο δρόμο! Βγαίνουμε στη διασταύρωση και πάμε δεξιά προς το χωριό Καλλιανός. Τι χωριό δηλαδή. Χωριό ψάχνεις και χωριό δε βλέπεις. Δυο σπίτια εδώ τρία παρά μέσα, λες άντε να δούμε το χωριό και περνάς και χωριό δε βλέπεις. Σκορποχώρι σαν πολλά της περιοχής. Χωριά που στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα άλλο από συνοικίες που έμεναν σε κάθε μια και μια οικογένεια με τα ζωντανά τους. Στη σύγχρονη εποχή αποτέλεσαν χωριά και στη συνέχεια Δημοτικά Διαμερίσματα των Καποδιστριακών Δήμων. Περάσαμε λοιπόν τον Καλλιανό και λίγο μετά απ’έξω από το χωριό Αγαθό. Συνεχώς μπροστά μας η θάλασσα και κάθε φορά που πλησιάζαμε προς την ακτή (από αρκετά ψηλά, να μην ξεχνιόμαστε) βλέπαμε πόσο απότομα πέφτουν τα βράχια κάθετα μέσα στη θάλασσα αφήνοντας αραιά και που λίγο χώρο για μια μικρή αμμουδιά, τις περισσότερες φορές δύσκολα προσβάσιμη.
Μετά τον Αγαθό περνάμε μια ρεματιά και φτάνουμε στο χωριό Γκιάλπηδες ή Σώτειρα , όπως μετονομάστηκε σχετικά πρόσφατα από την εκκλησία της Μεταμόρφωσης. Σύμφωνα με τον Σταμάτη Παπαμιχαήλ, στο βιβλίο του «Ας γνωρίσουμε την Κάρυστο», 1993, στους Γκιάλπηδες παλαιότερα έβγαζαν πολύ «Μούρο», δηλαδή ρακί από μαύρα μούρα, καλό για ποτό, φάρμακο αλλά και το καμινέτο! Στην παραλία του χωριού όπως και αυτή του Αγαθού παλιά έβρισκαν χρυσά Κωνσταντινάτα, τα βυζαντινά νομίσματα. Ακόμα στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται ότι σε μεγάλο βάθος στη θάλασσα υπάρχουν μαρμάρινες κολώνες!!
Λίγο μετά το Σκίζαλι, καταπράσινο χωριό με κατοίκους που το μεγαλύτερο μέρος του χειμώνα το περνούν στο Καλαμάκι (βλ. μέρος β΄). και φτάσαμε στην Πρινιά. Από εκεί αριστερά πάμε για το ακρωτήρι του Αγ. Γρηγόρη, τον φοβερό και τρομερό Καβοντόρο!! Το μόνο που έχει αλλάξει από την προηγούμενή επίσκεψή μου 12 χρόνια πριν είναι ότι ο χωματόδρομος φτάνει μέχρι το εκκλησάκι. Φτάσαμε, ο καιρός ήρεμος, στο βάθος ο Αράπης, ανάψαμε κεράκι
και πήραμε το δρόμο της «επιστροφής». Γυρνάμε προς Κάρυστο ακολουθώντας το δρόμο από Αμυγδαλιά, Δράμεσι, Πλατανιστό κ.λ.π. Έχουμε πεινάσει όμως και φαΐ δε φαίνεται πουθενά. Ευτυχώς που υπάρχουν τα κόλλυβα και ξεγελάμε λίγο την πείνα μας ελπίζοντας πάντα για ένα πιάτο φαΐ. Κατεβαίνουμε στην Αμυγδαλιά που δε βρίσκουμε τίποτα αλλά βλέπουμε και μια εικόνα έντονης υποβάθμισης και αυτό γιατί η τόσο όμορφη παραλία που είχα κολυμπήσει έχει γίνει τώρα καταφύγιο αλιευτικών σκαφών. Δυστυχώς η εικόνα ήταν πολύ άσχημη. Συνεχίζουμε περνάμε τα χωριά Ζαχαριά, Θύμι, Καψούρι περνάμε τη ρεματιά που καταλήγει μετά από πορεία περίπου 2-3 ωρών στην καταπληκτική παραλία με τα αρχαία ερείπια Χαρχάμπολη (=Αρχαία πόλη), τον Ευαγγελισμό (Δράμεσι), και κάνουμε μια μικρή στάση στη γέφυρα του χωριού Κόμητο με το πανέμορφο τοπίο. Η πείνα έχει αγριέψει, τα κόλλυβα τελείωσαν και ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε και να φάμε τα ρόδια που κόψαμε από μια ροδιά κοντά στον Καβοντόρο.
Στη συνέχεια περάσαμε από τα Αντιά, τον Πλατανιστό, το Μετόχι και τον Κάτω Αετό. Φτάσαμε βράδυ στην Κάρυστο. Ένα παιδικό πάρτι, μπόλικη πίτσα και μπυρίτσα ήταν ο καλύτερος επίλογος σε αυτή την περιπλάνηση στη Νότια Καρυστία Μια βόλτα με καλούς φίλους, όμορφα άγρια τοπία και μοναδικές εικόνες. Κι αν πεινάσαμε και λίγο χαλάλι! Οι εικόνες μας χόρτασαν.
Και σε άλλα με υγεία!!!


Περισσότερες φωτογραφίες:
https://picasaweb.google.com/olddiaries/EviaKafireas1281994881995#
https://picasaweb.google.com/dimosfiotakis/Evia3091102006#




1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...