Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Άγιον Όρος, ταξίδι στο «Περιβόλι της Παναγίας»


6-9 Ιουλίου 1992

Δευτέρα 6 Ιουλίου 1992
Χαράματα της 5ης Ιουλίου 1992, 4 φίλοι αναχωρούμε με Ι.Χ. από Αθήνα για Ουρανούπολη Χαλκιδικής όπου θα συναντήσουμε άλλους δύο φίλους που βρίσκονταν στη Μακεδονία για διακοπές για να μπούμε στο Όρος. Ένα όνειρο πολλών ετών γίνεται επιτέλους πραγματικότητα. Μικρή στάση στη Θεσσαλονίκη, στάση για μεσημεριανό στο Σταυρό και απογευματάκι μπάνιο και καφέ στην Ουρανούπολη. Το βράδυ με τους υπνόσακους κοιμηθήκαμε στην παραλία σε «ξενοδοχείο» πολλών πολλών αστέρων!
Πρωί πρωί σηκωθήκαμε και περιμένουμε το καραβάκι. Φτάνει γύρω στις 9.30 και ονομάζεται «Άξιον Εστί»! (Τι άλλο όνομα θάχε) Ένα τέταρτο αργότερα έχει φορτώσει μοναχούς, επισκέπτες, εμπορεύματα και ξεκινάει. Προσπερνάμε τη Γουρνοσκήτη, μερικά Καλύβια και κάνουμε την πρώτη στάση στον αρσανά της Μονής Ζωγράφου. Κόσμος βγήκε και κόσμος μπήκε μαζί και ένας δόκιμος μοναχός, συγγενής ενός από την παρέα που θα μας συνόδευε στην περιπλάνησή μας στο Όρος.

Το καραβάκι στη συνέχεια έπιασε στον αρσανά της Μονής Κονσταμονίτου,
στις Μονές Δοχειαρίου,
Ξενοφώντος
και Αγ. Παντελεήμονος (ρώσικο) και μετά από μιάμιση ώρα ταξίδι φτάσαμε στο επίσημο λιμάνι και είσοδο του Αγίου Όρους τη Δάφνη. Με δύο πανάρχαια λεωφορεία ανεβήκαμε στο «χωριό» Καρυές, πρωτεύουσα της Αθωνικής Κοινότητας. Είναι πανέμορφα αλλά και πολύ παράξενα με αυτή την αίσθηση απουσίας κάθε τι θηλυκού. Κάνουμε βόλτες στα πλακόστρωτα καλντερίμια, μπαίνουμε στα μαγαζιά (και όμως υπάρχουν και τέτοια!)
και φυσικά επισκεπτόμαστε τον κυρίως Ναό των Καρυών, το μοναδικό, κυρίως για τον πλούτο των κειμηλίων του Πρωτάτο! Εν τω μεταξύ παίρνουμε τα διαμονητήρια και ξεκινάμε για την Μονή Ιβήρων από καλοχαραγμένα και καλοσημαδεμένα μονοπάτια μάσα σε οργιαστικό πράσινο. Πρώτη στάση λίγο έξω από τις Καρυές στη Μονή Κουτλουμουσίου. Μας κέρασαν στο Αρχονταρίκι ούζο και λουκούμι αλλά δυστυχώς το καθολικό ήταν κλειστό.
Έτσι περιοριστήκαμε στον εξωνάρθηκα με την καταπληκτική τοιχογραφία «Αινείτε τον Κύριο» με μουσικά όργανα (ψώνιο είναι αυτό!). Συνεχίζουμε και κάνουμε μια μικρή παράκαμψη να επισκεφθούμε τον Πατέρα Παΐσιο, πολύ γνωστό μοναχό μέσα και έξω από το Όρος. Πολύς κόσμος, ουρά για να πάρουν την ευλογία του και αφού είπαμε μαζί του δυο κουβέντες συνεχίσαμε. Το μονοπάτι συνεχίζει να φιδοσέρνεται μέσα στο πυκνό πράσινο. Λίγο πριν τον προορισμό μας υπάρχει ένα εκκλησάκι.
Σύμφωνα με την παράδοση κάποτε ένας προσκυνητής έφτασε στην Μονή αλλά είχε βασιλέψει ο ήλιος και δεν του ανοίξανε. Τότε εμφανίστηκε η Παναγία και του έδωσε ένα νόμισμα να πάει να μείνει στο τότε «ξενοδοχείο-χάνι» στις Καρυές. Αυτό συνέβη εκεί που βρίσκεται σήμερα ο μικρός Ναός. Έξω όμως από το Ναό είδαμε το συγκλονιστικό θέαμα ενός υπέργηρου μοναχού να κάθεται πάνω στον τάφο που είχε ετοιμάσει και έφερε το όνομά του!!! Εικόνα που μας ανατρίχιασε αλλά και μας έκανε να θαυμάσουμε την ηρεμία και τον τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης του θανάτου από τους ανθρώπους αυτούς.
Δυόμισι ώρες (συνολικά) μετά φτάσαμε στη Μονή Ιβήρων, ένα από τα μεγαλύτερα και ομορφότερα μοναστήρια του Άθωνα. Επισκεφθήκαμε και προσκυνήσαμε το παρεκκλήσι της Πορταΐτισσας, με τη θαυματουργή εικόνα που σύμφωνα με την παράδοση αν βγει από το Όρος ή Αθωνική κοινότητα θα πάψει να υπάρχει. Πάλι κέρασμα και τακτοποίηση στο Αρχονταρίκι για την πρώτη μας διανυκτέρευση στο Άγιον Όρος. Ο Πατήρ Χριστόφορος, ο αρχοντάρης, μας ενημέρωσε ότι στις 6.00 θα είχε εσπερινό. Στην αυλή, έξω από το καθολικό και κάτω από μια ανθισμένη μανόλια, με ένα κασετοφωνάκι στο χέρι ηχογραφώ καταπληκτικές κωδωνοκρουσίες με τη συνοδεία (πολύ ανταγωνιστική θάλεγα) ενός επίμονου τζιτζικιού και στη συνέχεια μέσα στο Ναό υπέροχες υμνωδίες.
Μετά τον εσπερινό μας παραθέτουν ένα λιτό αλλά πολύ νόστιμο δείπνο (μόνο στους επισκέπτες, 56 τον αριθμό, ζωή νάχουμε). Κοκκινιστά μακαρόνια με ρίγανη, ελιές και ζυμωτό ψωμί.
Μετά το δείπνο κατεβήκαμε να βοηθήσουμε στη συγκομιδή φασολάκιων για να ολοκληρωθεί η μοναδική αυτή εμπειρία του δειλινού με κέρασμα από τον πατέρα Γαβριήλ, τον περιβολάρη (δροσερά ατζούρια) και κουβέντα για θέματα περιβάλλοντος του Όρους αλλά και γενικότερα. Η μέρα μας τέλειωσε με ένα τσιγάρο έξω από το μοναστήρι πριν να δύσει τελείως ο ήλιος και κλείσουν οι πύλες και με βαθύ ύπνο, ύπνο κουρασμένων αλλά πολύ γεμάτων από εμπειρίες ανθρώπων.

Τρίτη 7 Ιουλίου 1992
Στις 6.00 ξυπνάμε για τη Θεία Λειτουργία. Ξεκούραστος με ένα αίσθημα ψυχικής γαλήνης από την ησυχία και την ηρεμία του χώρου. Η λειτουργία κατανυκτική και εορταστική (Γενέθλιο Αγ. Ιωάννη Προδρόμου, 23 Ιουνίου με το παλιό ημερολόγιο που ισχύει στο Όρος) είναι το καλύτερο ξύπνημα. Τελειώνει μετά από μιάμιση ώρα και μέχρι τις 8.00 που παραθέτουν μεσημεριανό (!!!) γεύμα (τράπεζα ονομάζεται στον Άθωνα όπως ονομάζεται ο σχετικός χώρος) κάνουμε τη βόλτα μας στην αυλή. Η Τράπεζα της Μονής είναι μεγάλη, μόνο με κινητές εικόνες. Προηγείται προσευχή και τρώμε συνοδεία ενός καταπληκτικού Αγιορείτικου κόκκινου κρασιού. Σε ένα ψηλό άμβωνα ένας μοναχός διαβάζει σε όλη τη διάρκεια του γεύματος. Ο ήχος από το καμπανάκι που χτυπά ο Ηγούμενος και η προσευχή που ακολουθεί σημαίνουν το τέλος του. Γρήγορα στο Αρχονταρίκι να μαζέψουμε τα πράγματά μας για να προλάβουμε ένα μικρό λεωφορείο που θα μας ανεβάσει στις Καρυές. Κάνουμε μια μικρή βόλτα μέχρι να φύγει το επόμενο λεωφορείο για τη Δάφνη. Από τη Δάφνη νωρίς το μεσημέρι παίρνουμε το καΐκι για τον αρσανά της Μονής Σίμωνος Πέτρας (Σιμωνόπετρα).
Το μοναστήρι είναι αρκετές δεκάδες μέτρα πάνω από τον αρσανά. Ο ήλιος ανελέητος και η ζέστη αφόρητη. Το ανηφορικό καλντερίμι εξουθενωτικό και ολόγυμνο λόγω της πυρκαγιάς της προηγούμενης χρονιάς. Στα μισά της διαδρομής έχει μια βρύση σε υπόστεγο και είναι πραγματικά μια όαση δροσιάς στην πορεία μας. Δεξιά φεύγει ένα μονοπάτι για τη Μονή Γρηγορίου. Στη βρύση ένας προσκυνητής μας ρωτάει αν έχουμε κανονίσει διανυκτέρευση και ότι ίσως δεν μας δεχτούν. Μας πιάνει άγχος και ξεκινάμε γρήγορα γρήγορα. Θεέ μου! Νομίζω ότι θα μείνω στον τόπο από την ανηφόρα και το τρέξιμο. Σε μισή ώρα από τον αρσανά, μούσκεμα στον ιδρώτα και με την καρδιά και τα μηνίγγια να χτυπούν με τρελό ρυθμό περνάμε την πύλη της Μονής. Επιτέλους! Και τότε η χαριστική βολή. Ανηφορικό καλντερίμι και σκάλες μέσα στο μοναστήρι!!
Το λουκούμι και το ούζο στο αρχονταρίκι μας συνεφέρνει κάπως. Ευτυχώς θα μείνουμε. Τακτοποιούμε τα πράγματά μας και μαθαίνουμε με πραγματική ανακούφιση ότι υπάρχουν μπάνια με ζεστό νερό. Το μπάνιο είναι απολαυστικότατο. Μετά αράζουμε στο μπαλκόνι του ουρανού. Κάτω μας γκρεμός και μπροστά μας το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου προς τ’ αριστερά και το μεσαίο πόδι της Χαλκιδικής προς τα δεξιά. Θεέ μου, τι ομορφιά!!
Αργότερα πάμε μια βόλτα στη σπηλιά που μόνασε ο Όσιος Σίμωνας και στο γυρισμό απολαμβάνουμε όμορφες εικόνες της Μονής από βόρεια και ανατολικά με φόντο τη θάλασσα. Από το μπαλκόνι απολαμβάνουμε τη θέα και τα τιτιβίσματα των αγριοπερίστερων και των πετροχελίδονων που φωλιάζουν στο βράχο από κάτω μας. Στις 6.00 εσπερινός με υπέροχους ψαλμούς. Άλλωστε η χορωδία της Μονής είναι ίσως η καλύτερη του Όρους ξακουστή γι αυτό μέσα και έξω. Η κατάνυξη και εδώ μεγάλη.
Μετά τον εσπερινό τράπεζα. Η στενότητα του χώρου φανερή και εδώ. Η Τράπεζα μικρή, χωρίς τοιχογραφίες, μόνο με κινητές εικόνες.
Μετά την τράπεζα κατατοπιστικότατη ξενάγηση-ομιλία από ένα μοναχό στην αίθουσα του αρχονταρικιού και μετά κουβεντούλα στο μπαλκόνι με άλλους προσκυνητές όπως τους 20χρονους Μάξιμο, άγγλο ορθόδοξο και Παύλο, Ελληνοαυστραλό. Εξουθενωμένοι από την κούραση αλλά και από την ομορφιά που απλώνεται μπροστά στα μάτια μας τελειώνουμε τη μέρα μας στην αγκαλιά του Μορφέα!

Τετάρτη 8 Ιουλίου 1992
Στις 6.00 ξυπνάμε για τη Θεία Λειτουργία. Η παρέα με πληροφορεί ότι τη νύχτα ακούσανε «ολόκληρη αγέλη» τσακαλιών να ουρλιάζει. Δυστυχώς όπως πάντα κοιμόμουν βαριά και έτσι έχασα αυτή την ευκαιρία. Μετά την πανέμορφη Θεία Λειτουργία καφέ και ετοιμασία για αναχώρηση. Τελευταίες στιγμές απόλαυσης στα μπαλκόνια της αετοφωλιάς του Άθωνα. Βλέπουμε το αναβατόριο να ανεβάζει τα καφάσια με τα κηπευτικά από τον μπαξέ χαμηλά στο μαγειρείο της Μονής.
Παίρνουμε το μονοπάτι με την πρωινή δροσιά. Ευτυχώς ο ήλιος δεν το έχει δει ακόμα. Λίγο πριν φτάσουμε στον αρσανά βλέπουμε από ψηλά στη θάλασσα μια φώκια. Φτάνουμε κάτω και περιμένουμε το καΐκι. Σε μισή ώρα φτάνει αλλά είναι γεμάτο από τη Μονή Γρηγορίου που γιόρταζε την προηγουμένη και είχε πολύ κόσμο. Ο καϊξής μας λέει πως θα επιστρέψει και όντως μετά από μιάμιση ώρα έρχεται να μας πάρει. Συνεχίζουμε για Γρηγορίου να πάρει και τους υπόλοιπους. Έτσι βλέπουμε απ’ έξω και τη Μονή Γρηγορίου. Πολύ όμορφη εικόνα με το μοναστήρι χτισμένο στην άκρη του βράχου, χαμηλά όμως αυτό.
Μέσα στο καΐκι γνωρίζουμε και τον πατέρα Παΐσιο (άλλον αυτόν), έναν 85άρη μοναχό που μένει στην παραλία της Σκήτης της Αγ. Άννης μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο που είχε. Πριν έμενε στη Σκήτη. Μας λέει την ιστορία του: 65 χρόνια μοναχός. Δύο αδέλφια του πεθαμένα και αυτοί μοναχοί και δύο αδελφές καλόγριες που έχουν φτιάξει μοναστήρι στο Διόνυσο Αττικής. Φτιάχνει ξύλινους σταυρούς σταμπωτούς. Παλιότερα έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Είναι ο μόνος μοναχός που με χαρά δέχεται να φωτογραφηθεί μαζί μας (όλοι αποφεύγουν τις φωτογραφίες). Βοηθάει τον θεόμουρλο καϊξή όταν πιάνουμε σε κάποιο μόλο. Μετά που φεύγουμε από την Γρηγορίου βγάζει ένα κουτί και πούλαγε σταυρούς. Αγοράζω κι εγώ δύο. Ο καϊξής με την τρέλα του σταματάει το καΐκι μεσοπέλαγα, σβήνει τη μηχανή και αρχίζει να κόβει εισιτήρια. Το καΐκι ακυβέρνητο τραβάει για τα βράχια. Ένας μοναχός από τους επιβάτες σηκώνεται και γυρνάει το τιμόνι μέχρι αυτός να τελειώσει με τα εισιτήρια. Σε όλο το ταξίδι πίνει μπύρες και φυσικά φτάνοντας στη Δάφνη χτυπάει το καΐκι πάνω στον τσιμεντένιο μόλο (στουκάρισμα κανονικό χωρίς ευτυχώς προβλήματα). Ο καημένος ο γέροντας Παΐσιος παρά λίγο να πέσει στο αμπάρι. Μίλαγε εκείνη την ώρα με κάποιον και ο σουρωμένος καϊξής τα βάζει μαζί του γιατί τάχα δεν πρόσεχε το τιμόνι!!!! Ελλάς το μεγαλείο σου!
Στη Δάφνη μπαίνουμε στο καράβι για Ουρανούπολη , περνάμε τελωνιακό έλεγχο (!!) και μετά ένα τέταρτο κατεβαίνουμε στον πρώτο αρσανά. Μονή Αγ. Παντελεήμονος (το Ρώσικο).
Είναι ένα τεράστιο κτιριακό συγκρότημα με την ιδιόρρυθμη ρωσική αρχιτεκτονική και κύρια τους βολβόσχημους πράσινους και κίτρινου τρούλους. Το αρχονταρίκι είναι έξω από το κυρίως μοναστήρι. Μόλις φτάνουμε μας κερνάνε καυτό(!) τσάϊ και λουκούμι, τακτοποιούμε τα πράγματά μας και πάμε για ξενάγηση.
Οι θησαυροί της Μονής υπέροχοι και πολυτιμότατοι. Ο ξεναγός μας ένας μικροκαμωμένος ρώσος μοναχός με ένα βλέμμα πονηρό και ένα μάτι που έπιανε τα πάντα. Πάμε και στο καμπαναριό με τις πολλές και τεράστιες καμπάνες. Η μία ζυγίζει14 τόνους και τη χτυπάνε μόνο σε περίπτωση πολύ μεγάλου κινδύνου. Μας είπαν ότι μπορεί να ακουσθεί μέχρι τη Θεσσαλονίκη! Μετά την ξενάγηση έχουμε Τράπεζα. Η τράπεζα της Μονής είναι τεράστια. Λένε ότι χωράει να ταΐσει πάνω από 800 άτομα! Γεμάτη τοιχογραφίες ρώσικης (δυτικότροπης) τεχνοτροπίας όπως και όλες στη μονή. Το γεύμα νερόβραστες φακές με πατάτες και κρεμμύδια, ελιές, ντομάτες, αντζούρια (όλα χωρίς λάδι), ζυμωτό ψωμί και θαυμάσιο μέλι για το τέλος. Το απομεσήμερο έχει ξεκούραση και το απόγευμα παρακολουθούμε τον κατανυκτικό, πολύ εντυπωσιακό, πολυφωνικό εσπερινό στη ρώσικη γλώσσα. Η χορωδία των μοναχών ωραιότατη και τόσο γλυκόηχη που από κάποια στιγμή και ύστερα νοιώθεις να βυθίζεσαι σε μια κατάσταση που δεν περιγράφεται εύκολα. Το δειλινό, γλυκό και δροσερό μας βρίσκει στην παραλία να ξεχνιόμαστε και να προλαβαίνουμε μόλις την πύλη πριν κλείσει. Η παρέα έχει πολύ κέφι και μας πάει πολύ αργά στον κοιτώνα με σχόλια από τις εμπειρίες μας στο Όρος και πολλά ανέκδοτα. Ευτυχώς που δεν έχει πολύ κόσμο. Θα μας πέταγαν έξω. Πέρασε και αυτή η μέρα με πολλές παραστάσεις και πρέπει να κοιμηθούμε για την άλλη και τελευταία μέρα μας εκεί.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 1992

Τελευταία ημέρα-Επιστροφή

Στις 7.00 σηκωνόμαστε και αποφασίζουμε να μην πάμε στη Θεία Λειτουργία αλλά να φύγουμε για την Μονή Ξενοφώντος απ’ όπου θα πάρουμε το καράβι της επιστροφής.
Μια ώρα δρόμος μέσα σε πυκνή βλάστηση και με την πρωινή δροσιά μας φέρνει στη Μονή. Όμορφο Μοναστήρι με το δικό του χαρακτήρα. Τα κτίρια θυμίζουν Ηπειρώτικη αρχιτεκτονική.
Καθόμαστε λίγο στο αρχονταρίκι, ξεναγούμαστε στη Μονή και μετά καθόμαστε στην είσοδό της να περιμένουμε το καράβι. Επειδή μας έχει πιάσει η πείνα δύο από την παρέα μπαίνουν στο περιβόλι και ζητάνε από τον περιβολάρη ντομάτες και πιπεριές. Είχαμε και κράκερς και να το κολατσιό μας. Μανούλα μου νοστιμιά!!! Το πλοίο αποδεικνύεται «πλοίο-φάντασμα» Περνάει προς Δάφνη με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Περνάμε μια ώρα με συζήτηση με τον Αρχοντάρη και κάνοντας πλάκα με τα «θηλέων» (τα καραβάκια με παραθεριστές που κάνουν το γύρο του Άθωνα σε απόσταση τουλάχιστον 500μ.) που περνάνε συνεχώς. Τελικά στις 3.00 το μεσημέρι φτάνει το πλοίο (έπρεπε να είχε έρθει στις 12.00). Το όνομά του ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ. Είναι τόσο αργό που έχεις την εντύπωση ότι είναι συνεχώς ακίνητο. Μετά από τρεισήμισι (!!!) ώρες φτάνουμε στην Ουρανούπολη. Η πρώτη εντύπωση: ΓΥΝΑΙΚΕΣ!!! Αλήθεια τι παράξενο.
Αναχωρούμε κατευθείαν για Αθήνα. Κάνουμε παράκαμψη για φαΐ και τσίπουρο στο Βόλο και τις πρώτες πρωινές ώρες φτάνουμε.
Αν και μικρή χρονικά η εκδρομή μας ήταν πραγματικά σπουδαία.

Περισσότερες φωτογραφίες: https://picasaweb.google.com/olddiaries

Πρώτη δημοσίευση: http://www.travelstories.gr/Άγιον Όρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...