Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Κέα. Του Λιόντα το νησί!


3-5 Οκτωβρίου 2012

-«Ω ξειν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις….»
-Ώπα, ώπα, τι γίνεται εδώ; Το επίγραμμα αυτό γράφτηκε για τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα που έπεσαν στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ. Τι σχέση έχει με τη Τζια; Στις Κυκλάδες δεν είναι η Τζια;
-Θα τα πούμε με τη σειρά τους όλα. Ας ξεκινήσουμε με ένα παραμυθάκι.
-Και γιατί παραμύθι;
-Μα δεν ξέρεις πως στην Κέα κάθε χρόνο το καλοκαίρι γίνεται η «Γιορτή Παραμυθιών»; Να μην μπούμε κι εμείς στο κλίμα;
-Καλά άντε, πες μας το παραμυθάκι σου!

-Μια φορά κι ένα καιρό, παλιά, πολύ παλιά, ήταν τέσσερις πόλεις σε ένα νησί. Και ήταν ισχυρές και οι τέσσερις. Οικονομικά και πολιτιστικά. Ήταν η Ιουλίδα, η Κορησσός, η Καρθαία και η Ποιήεσσα. Και το νησί εκείνο το λέγανε Κέα, όνομα που πήρε από τον ήρωα Κέω, πούχε πατέρα τον Απόλλωνα και μάνα του τη νύμφη Ροδόεσσα. Και ήρθε από μακριά. Από τη Ναύπακτο, πάνω από 3000 χρόνια πριν από τις μέρες μας μαζί με τους Λοκρούς του. Και πέρασαν χρόνοι πολλοί και ήρθαν στο νησί Αρκάδες, Πελασγοί, Κάρες, Φοίνικες και Ίωνες και καθένας τούδινε και άλλο όνομα. Την είπανε Υδρούσσα, Ευξάντη, Σειρίη και άλλα ακόμα. Ο επικεφαλής των Αρκάδων, ένας που τον λέγανε Αρισταίο, ήρθε για να σώσει το νησί από την ξηρασία (μάλλον αφορμή γύρευε). Έλα μου όμως, που από τότε φυσάνε τα Μελτέμια !! Και τους έμαθε να οργώνουν τη γη και να «ανασταίνουν» ζώα και μελίσσια! Και τα χρόνια τα Αρχαϊκά βρίσκουν το νησί μας με τις τέσσερις πόλεις που είπαμε παραπάνω. Η ακμή τους κράτησε μέχρι πούρθαν χρόνια δίσεκτα, τα χρόνια των Ρωμαίων. Ούτε και στα χρόνια των Βυζαντινών και των Φράγκων δεν είδε το νησί καμιά προκοπή. Το μόνο που κάμανε οι τελευταίοι ήταν να του αλλάξουν κι αυτοί το όνομα. Όχι πολύ, είναι η αλήθεια. Το είπανε Τζια και από τότε το ξέρουμε με τα δυο του ονόματα. Και ήρθαν και οι Τούρκοι και τα πράγματα δεν έλεγαν να καλυτερέψουν. Στα προεπαναστατικά χρόνια και στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, ένας καπετάνιος του Ρώσικου Ναυτικού, έκανε ορμητήριό του τη Τζια και έκανε δύσκολη τη ζωή των Τούρκων. Είχε τσαγανό εκείνος ο αξιωματικός. Τον έλεγαν Λάμπρο Κατσώνη και βέβαια ήταν Έλληνας. Όταν το 1789 οι Τούρκοι τον απέκλεισαν μέσα στο λιμάνι της Τζιας, αυτός με τη βοήθεια των ντόπιων, κατάφερε να περάσει πάνω από ένα χαμηλό σημείο στεριάς το καράβι του και να διαφύγει κάνοντας τους Τούρκους να σκυλιάσουν από το κακό τους και να ξεσπάσουν στα γυναικόπαιδα του νησιού και στα χωριά που τα έκαψαν. Στα 1830 το νησάκι μας, μαζί με τα άλλα Κυκλαδονήσια έγινε κομμάτι του νέου κράτους που το είπαμε Ελλάδα.
Η ιστορία μας μοιάζει με παραμύθι. Ένα παραμύθι που αν και έχει αίσιο τέλος δεν ξέρω αν μπορούμε να το τελειώσουμε με ένα «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!»
-Δεν μας είπες όμως ακόμα τίποτα για το επίγραμμα των Θερμοπυλών.
-Κάνε λίγο υπομονή! Στέγνωσε το στόμα μου! Είπαμε λοιπόν για τις τέσσερις εκείνες πόλεις. Ξέρεις άραγε πως οι τρεις από αυτές κατοικούνται ακόμα και σήμερα; Ναι! Μόνο η Καρθαία είναι πια ερειπωμένη τελείως. Στις άλλες τρεις δεν σταμάτησαν οι νεώτεροι να χτίζουν πάνω στα ερείπια των παλαιοτέρων. Είπαμε λοιπόν πως ήταν ισχυρές και οικονομικά και πολιτιστικά. Είχαν λοιπόν χρήμα και έφτιαξαν και τι δεν έφτιαξαν! Ναούς περίτεχνους, και αγάλματα για να τιμήσουν Θεούς και Ήρωες. Όπως τον υπέροχο Κούρο που θα δεις στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας και που βρέθηκε στην Κορησσία. Για να τιμήσουν το λιοντάρι που έδιωξε τις νύμφες που σκότωναν τις γυναίκες του τόπου, στα 600 χρόνια πριν το Χριστό, του έφτιαξαν μνημείο, κοντά στην Ιουλίδα.
Και τι μνημείο! 9 μέτρα μακρύ σκαλισμένο στο βράχο, το λιοντάρι ξαπλωμένο «μειδιά» και απολαμβάνει τη θέα γύρω του!! Μόνο που για να φτάσεις και να το δεις πρέπει να κατέβεις σκαλιά, να περπατήσεις σε καλντερίμι και στο γυρισμό να περπατήσεις ξανά και να ανέβεις ένα σωρό σκαλιά. Θέλει κόπο η απόλαυση!
Το νησί όμως στα χρόνια εκείνα έβγαλε και μορφωμένους ανθρώπους που έκαναν την Κέα γνωστή σε όλο τον κόσμο. Στα 556 π.Χ. γεννήθηκε ένας μεγάλος ποιητής, που έζησε για 88 χρόνια. Τον είπαν Σιμωνίδη. Σιμωνίδης ο Κείος.
-Για περίμενε. Αυτός δεν έγραψε το επίγραμμα των Θερμοπυλών;
-Ά, γεια σου! Να λοιπόν η σχέση της Τζιας με τις Θερμοπύλες!
-Και ήταν κι άλλοι σπουδαίοι από εκεί;
-Ο ανιψιός του Σιμωνίδη, ο Βακχυλίδης, ποιητής κι αυτός. Και ο Αριστείδης ο νομοθέτης. Αυτός έκανε ένα πολύ περίεργο νόμο που κράτησε μέχρι νάρθει ο Χριστιανισμός. Σύμφωνα με το νόμο εκείνο, κάθε ένας που γινόταν 60 χρονών έπρεπε να αυτοκτονήσει για να μην είναι πια βάρος στην οικογένειά του και την κοινωνία(!!!!). Όταν έφτανε η στιγμή ζητούσε την άδεια από τους προύχοντες, έκανε ένα γιορταστικό τραπέζι και εκεί έπινε κώνειο για να επιτελέσει το «χρέος» του. Τζιώτικο ήταν και το κώνειο που ήπιε ο Σωκράτης.
-Τι σκληρός νόμος!! Ανατρίχιασα!
-Έτσι είναι. Άλλα χρόνια άλλα έθιμα. Το νησί έβγαλε και άλλους σπουδαίους. Φιλόσοφους, σοφιστές, γιατρούς αλλά και σπουδαίους αθλητές.
-Και δε μου λες, έχεις πάει εσύ στην Τζια;
-Χρόνια τώρα όλο λέγαμε να πάμε .
Κοντά είναι, μια ώρα δρόμο θέλει το καράβι από το Λαύριο. Ένα τίποτα. Μέχρι να πιεις ένα καφέ, έφτασες. Πέρασαν όμως τόσα χρόνια και δεν τα είχαμε καταφέρει. Φέτος όμως το αποφασίσαμε. Αρχές Οκτώβρη και η ζέστη καλά κρατούσε. Έτσι πήγαμε για ένα τριήμερο.
-Άξιζε;
-Ούτε συζήτηση. Είχα διαβάσει πολλά αντιφατικά και πήγα «κουμπωμένος». Είχα ακούσει για ξεραΐλα- κάτι που δεν με ενοχλεί και τόσο μιας και μου αρέσουν οι Κυκλάδες και το τοπίο τους- είχα ακούσει για επαγγελματίες αγενείς και υπηρεσίες ακριβές και καταλαβαίνεις.
-Και λοιπόν; Αλήθεια ή ράδιο αρβύλα;
-Άκου. Φτάνοντας στην Κορησσία, δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση.
Το πρώτο ήταν ο φάρος του Αγίου Νικολάου με το εκκλησάκι του, στην κορυφή του βράχου, στην είσοδο του ομώνυμου κόλπου. Χτίστηκε το 1831 και ήταν ο πρώτος που άναψε στις Κυκλάδες και ο δεύτερος της Ελλάδας. Πολύ όμορφο το κτίσμα και υπέροχη η εικόνα!!
-Και το δεύτερο;
-Το ξερό τοπίο!
-Άρα αλήθεια τα περί ξεραΐλας.
-Περίμενε ρε φίλε! Θα δεις! Κατεβήκαμε και πήραμε το δρόμο για να πάμε στον Οτζιά, στα βόρεια του νησιού. Εκεί είχαμε κλείσει δωμάτιο σε ένα καταπληκτικό συγκρότημα πάνω στη θάλασσα. Βγαίνεις από το δωμάτιο, περνά το δρόμο και βρίσκεσαι στην υπέροχη παραλία του Οτζιά με τα πολλά αρμυρίκια και τα παγκάκια για ξεκούραση και ρεμβασμό! Από το λιμάνι απέχει μόνο 5,5χμ και για να φτάσεις ακολουθείς τον παραλιακό δρόμο που φέρνει βόλτα τον κόλπο του Αγίου Νικολάου. Απέναντι από την Κορησσία είναι μια απότομη πλαγιά και πάνω της σκαρφαλώνουν οι σύγχρονες παραθεριστικές κατοικίες του Γιαλισκαριού.
Από κάτω τους η μικρή παραλία με την «παχιά» σκιά που κάνουν τα αρμυρίκια και οι ευκάλυπτοι. Μιλάμε για πολύ πράσινο.
Αμέσως μετά φτάνουμε στο Βουρκάρι που είναι στη βορινή πλευρά του κόλπου και είναι το πλέον ασφαλές αγκυροβόλι για κότερα.
Στη δυτική άκρη του είναι ένας αρχαιολογικός χώρος πάνω σε ένα βραχώδες ύψωμα στην κορυφή του οποίου είναι το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης. Πρόκειται για προϊστορικό οικισμό με διάφορες φάσεις κατοίκησης από την Πρωτοκυκλαδική, την μέση και την ύστερη εποχή του Χαλκού μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους. Πλούσια τα ευρήματα από όλες αυτές τις περιόδους, φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ιουλίδας .
-Επισκέφτηκες τον χώρο εσύ;
-Πήγα λίγο πριν φύγουμε την τελευταία μέρα.
-Έχει ενδιαφέρον;
-Έχει αρκεί να έχεις διαβάσει πριν. Δεν έχει πινακίδες και έτσι πας λίγο στα τυφλά. Παρ’ όλα αυτά με εντυπωσίασε η πυκνότητα του οικισμού. Και τα ερείπια που βλέπεις να συνεχίζονται και μέσα στη θάλασσα. Μετά τον οικισμό είναι μια πλαγιά με ερειπωμένα πέτρινα κτίρια. Η περιοχή Κόκκα.
-Κόκκα; Πονηρό ακούγεται.
-Καμιά σχέση. Το όνομα προέρχεται από το κοκ, τον επεξεργασμένο άνθρακα. Παλιότερα λοιπόν εκεί υπήρχαν αποθήκες όπου έφερναν το κοκ και το πούλαγαν στα ατμόπλοια που πέρναγαν και χρειάζονταν καύσιμο. Και φυσικά εκτός από τις αποθήκες υπήρχαν και σπίτια και μαγαζιά με άλλα είδη για τις ανάγκες των ναυτικών που σταματούσαν για ανεφοδιασμό. Ήρθε το πετρέλαιο, ρήμαξε ο τόπος!
Μετά το Βουρκάρι ο δρόμο στρίβει αριστερά σε μια μικρή κοιλάδα με καλλιέργειες. Αμπέλια, αμυγδαλιές, μερικά οπωροφόρα αλλά και ευκάλυπτοι. Κι άλλο πράσινο λοιπόν που δεν φαίνεται με την πρώτη. Σε λίγο είδαμε και πάλι τη θάλασσα. Ο ασφαλέστατος, κλειστός κόλπος του Οτζιά. Ήταν λίγο πριν τις 11 το πρωί όταν αφήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο και βουτήξαμε. Τι νερά Θεέ μου!!
-Καλά ε;
-Από τα καλύτερα μπάνια του καλοκαιριού κι ας μην ήταν καλοκαίρι πια! Τι να σου λέω!! Αφού κάναμε και το ντουζ μας και ντυθήκαμε ξεκινήσαμε για ένα μικρό γύρω της βόρειας πλευράς. Ο δρόμος από τον Οτζιά ανηφορίζει με πολλές στροφές αλλά και με τη θέα να γίνεται όλο και καλύτερη. Στην αρχή φαίνεται μόνο ο Οτζιάς σαν τηγανόσχημη πισίνα με τα περιβόλια γύρω του. Όσο ανεβαίναμε βλέπαμε και έξω από τον κόλπο.
Στην αρχή προς την Αττική. Από την άλλη μεριά το τοπίο, ξερό μεν αλλά η γης «οργωμένη» από οριζόντιες γραμμές.
Είναι οι πεζούλες. Αναβαθμίδες αλλιώς. Δυστυχώς τις έχουν παρατήσει πια και σιγά-σιγά καταρρέουν. Μαζί με αυτές και η δυνατότητα αποστράγγισης και εμπλουτισμού των υπογείων νερών.
-Δηλαδή;
-Να, οι πεζούλες υποχρεώνουν τα νερά της βροχής να μην κυλούν γρήγορα στις απότομες κλίσεις της πλαγιάς και έτσι να προλαβαίνει το έδαφος να απορροφά όσο γίνεται περισσότερο νερό, κάνοντας τα υπόγεια νερά να αβγαταίνουν.
-Ε, λοιπόν δεν ήξερα αυτή τη λειτουργία των αναβαθμίδων!
-Πέρα όμως από την εγκατάλειψη το τοπίο είναι συγκλονιστικό. Σύμφωνα με τα δικά μου γούστα από τα ωραιότερα που μπορείς να δεις και ευτυχώς στα νησιά μας υπάρχουν ακόμα, έστω και εγκαταλελειμμένα.
-Έχεις δίκιο. Πραγματικά συγκλονιστικό τοπίο!
-Η βόρεια πλευρά του νησιού είναι όλο γκρεμοί.
Κάποια βράχια ξεπροβάλουν από το νερό και κάνουν το τοπίο ακόμα πιο άγριο, ακόμα πιο εντυπωσιακό. Γύρω στα 4 χμ από τον Οτζιά βρεθήκαμε σε μια διχάλα. Δεξιά πάει για την παραλία Σπαθί και την Ιουλίδα και αριστερά στην Καστριανή. Σε δυο χιλιόμετρα την είδαμε.
Στην κορφή του λόφου Καστρί άσπρο και γαλάζιο το μοναστήρι της προστάτιδας του νησιού , της Παναγίας. Η παράδοση για το κτίσιμο της Μονής μοιάζει με αυτή σε πολλές περιοχές της χώρας μας. Βοσκοί βλέπουν τη νύχτα ένα φως, ψάχνουν και βρίσκουν την εικόνα. Συνήθως φτιάχνουν εκκλησία σε κάποιο άλλο σημεία αλλά τη νύχτα η εκκλησία γκρεμίζεται ή σε άλλες περιοχές η εικόνα εξαφανίζεται και την ξαναβρίσκουν εκεί που την είχαν πρωτοβρεί. Έτσι φτιάχνεται αρχικά εκκλησία και στη συνέχεια μοναστήρι εκεί.
-Και στην περίπτωση της Καστριανής τι λέει η παράδοση;
-Το βράδυ το απομακρυσμένο εκκλησάκι γκρεμιζόταν.
-Και πότε έγιναν όλα αυτά;
-Στα 1700 βρήκαν την εικόνα. Αφήσαμε το αυτοκίνητο έξω από την πύλη και μπήκαμε.
Όλα σε λευκό και γαλάζιο.
Απλά ήταν υπέροχα όλα.
Αλλά αυτό που είναι ανεπανάληπτο είναι η θέα!! Το Αιγαίο στα πόδια σου! Τι χρώματα, τι νερά!!
Από τα ανατολικά , κάτω από το βράχο έχει μια μικρή, πανέμορφη παραλία. Δύσκολη όμως να την προσεγγίσεις και μόνο με τα πόδια ή από τη θάλασσα.
Κάτσαμε αρκετή ώρα,

έβγαλα πολλές φωτογραφίες και ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο. Γυρίσαμε πίσω στη διασταύρωση και πήραμε τον άλλο δρόμο. Στην επόμενη διασταύρωση που πάει στο Σπαθί είναι γεγονός πως ταλαντεύτηκα.
-Δηλαδή;
-Δεν ήταν τόσο ο χωματόδρομος, όσο πως είχε μεσημεριάσει και θέλαμε κάπου να φάμε. Και ήταν σίγουρο πως τέτοια εποχή εκεί κάτω δεν θα βρίσκαμε τίποτα. Έτσι πήραμε το δρόμο για την Ιουλίδα, τη χώρα του νησιού. Ο δρόμος μας έφερε από την πάνω μεριά της.
Τι θέαμα! Τα σπίτια είναι κυρίως άσπρα αλλά και κάποια με άλλα χρώματα..
-Πολύχρωμα στις Κυκλάδες;
-Και όμως πολύχρωμα, με παστέλ χρώματα, ώχρα, γαλάζιο, κόκκινο.
Και οι στέγες με κεραμιδιά!
-Είσαι σίγουρος πως πήγατε στη Τζια; Στις Κυκλάδες οι στέγες είναι επίπεδες και όχι με κεραμίδια.
-Κεραμίδια. Άλλωστε και σε άλλα Κυκλαδονήσια θα δεις αυτό το φαινόμενο. Η χώρα της Άνδρου, η Δρυοπίδα στην Κύθνο…Τέλος πάντων. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα για επίσκεψη στη χώρα και έτσι βγάλαμε πολλές φωτογραφίες εκ του μακρόθεν και κατεβήκαμε προς την Κορησσία, το λιμάνι. Μπαίνοντας, στα δεξιά του δρόμου είδαμε ένα ερειπωμένο εργοστάσιο.
-Εργοστάσιο;
-Εργοστάσιο! Ξέρεις τα εμαγιέ σκεύη;
-Και βέβαια!
-Ήξερες πως από το 1927 ως το 1957 κατασκευάζονταν στο μοναδικό εργοστάσιο που υπήρχε στην Ελλάδα και αυτό το βλέπαμε μπροστά μας; Και μάλιστα όλοι οι οδηγοί λένε πως ήταν το μεγαλύτερο της Μεσογείου!!
-Τι λες τώρα! Στη Τζια όλα αυτά;
-Είδες η Τζια! Τόσο κοντά μας και τόσο άγνωστη!. Βγάλαμε και εκεί κάμποσες φωτογραφίες και κατεβήκαμε στο λιμάνι. Κάτσαμε, φάγαμε και γραμμή στο δωμάτιο για ξεκούραση. Είχαμε σηκωθεί πολύ πρωί και χρειαζόμασταν επειγόντως «αναδόμηση»! Την πέσαμε για ύπνο και σηκωθήκαμε αργά το απόγευμα.
Ξανά στην Κορησσία για καφέ και ρέμβη με τα φωτισμένα εκκλησάκια ένα γύρω. Πήραμε και κάτι πρόχειρο για να φάμε για βράδυ και γυρίσαμε στο δωμάτιο να ξεκουραστούμε. Η άλλη μέρα προβλεπόταν να έχει μεγάλο γύρο του νησιού.
-Ήταν καλά την άλλη μέρα;
-Ήταν, ήταν! Αλλά άστο να συνεχίσουμε αύριο. Νύσταξα. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά!
-Καληνύχτα αν και με άφησες στο καλύτερο! Καλό ξημέρωμα!

-Καλημέρα! Τι έγινε; Ξεκουράστηκες;
-Όλα μια χαρά! Είμαι έτοιμος για τη συνέχεια! Θα έρθεις;
-Δυστυχώς κάτι έτυχε και δεν μπορώ. Να τα πούμε κάποια άλλη φορά;
-Άκου, έχω μια ιδέα. Θα σου τα γράψω και θα τα στείλω.
-Ωραία ιδέα! Είσαι φίλος!
-Εντάξει. Σε μερικές ώρες θα τόχεις!
-Νάσαι καλά και πάλι καλημέρα!
-Καλά ξεμπερδέματα!
-Ευχαριστώ

-Πουλές, όταν σηκωθήκαμε το πρωί ο καιρός ήταν μουντός και συννεφιασμένος. Φθινόπωρο! Δεν έκανε όμως κρύο αλλά δεν μας έκανε και όρεξη για μπάνιο. Ίσως το μεσημέρι ή το απόγευμα.
 
Βγήκα μια βόλτα στο διπλανό υψωματάκι με το εκκλησάκι του άγιου Σώστη, να βγάλω μερικές φωτογραφίες. Μπόλικα αρμυρίκια, αρκετές φραγκοσυκιές, μερικά καρποφόρα δέντρα αλλά και πολλά λουλούδια κάνουν τον τόπο πολύ όμορφο. Στο βράχο πάνω ο Άγιος αγναντεύει και εποπτεύει όλο τον κόλπο και μια κυρία από κάτω του ψάρευε
στην απόλυτη πρωινή γαλήνη!
Μετά το πρωινό και τον καφέ μας ξεκινήσαμε. Η διαδρομή γνωστή, εν μέρει τουλάχιστον. Βουρκάρι, Γιαλισκάρι, Κορησσία και από εκεί ο ανήφορος για τη Χώρα. Έξω από την Ιουλίδα πήραμε το δρόμο που πάει στα ανατολικά, στην Πέρα Μεριά. Λίγο μετά τη Χώρα μια ταμπέλα δείχνει προς τα αριστερά προς το Ναό της Επισκοπής.
Τον βλέπουμε κιόλας στο βάθος, πάνω σε ένα ύψωμα. Ο χωματόδρομος βατός και μικρός μας έφερε σύντομα έξω από την πόρτα του. Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να βρέχει. Δεν ήταν δυνατή βροχή, αλλά βροχή.
Η Παναγία Επισκοπής ήταν παλιά μοναστήρι αλλά τα χρόνια πέρασαν, οι καλόγεροι το εγκατέλειψαν και αυτό μετατράπηκε σε ερείπια.
Μόνο ο Ναός έμεινε και λίγα απομεινάρια από τα κτίρια ένα γύρω,
όπως το κάτω μέρος ενός πύργου, ένα μισογκρεμισμένο δωμάτιο,
ο φούρνος.
Στην κορυφή της σκάλας που φέρνει από την είσοδο στο Ναό υπάρχει ένα κιονόκρανο και ένα κομμάτι μαρμάρινο που μοιάζουν με αρχαία,
όπως για αρχαία μοιάζουν και δύο σκαλιστά μαρμάρινα κομμάτια που είναι εντοιχισμένα στην πίσω μεριά του Ιερού. Δυστυχώς ο Ναός ήταν κλειστός. Περιεργαστήκαμε όμως αρκετά το χώρο μιας και η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει. Κάποιες ψιχάλες δεν μπορούσαν να μας πτοήσουν. Βγάλαμε και πολλές φωτογραφίες και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε. Φτάσαμε στην Πέρα Μεριά και στρίψαμε προς τα νότια. Βρισκόμασταν πια στην ενδοχώρα του νησιού η οποία είναι καταπράσινη και μάλιστα διαθέτει το μεγαλύτερο δάσος βελανιδιάς του Αιγαίου!
Μάλιστα! Δάσος βελανιδιάς! Το πιστεύεις; Παλιότερα οι Τζιώτες έκαναν εξαγωγή βελανιδιών σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η βυρσοδεψία τότε, που δεν είχαν βγει ακόμα τα χημικά, χρειαζόταν τις τανίνες που περιέχει το βελανίδι. Ήρθαν όμως τα χημικά και η δραστηριότητα αυτή στο νησί εξέλειπε. Έτσι είναι η ζωή, που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους ρίχνει στα τάρταρα, κατά τη γνωστή ατάκα!
Συνεχίζοντας στην ενδοχώρα και πάντα προς τα νότια φτάσαμε στα Ελληνικά. Εκεί, στη είσοδο του οικισμού, άλλη μια ταμπέλα έδειχνε προς τα δεξιά, για τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Πιστοί στη ρήση «κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα», στρίψαμε. Παίρνουμε το χωματόδρομο και πάμε. Δεξιά, αριστερά μικροί ελαιώνες και περιβόλια, οριοθετούνται από ένα ιδιαίτερο τύπο μάντρας-ξερολιθιάς, όπου ανά διαστήματα χρησιμοποιούνται μεγάλες, όρθιες πέτρες.
Απίθανες κατασκευές. Το είχα δει πριν πολλά χρόνια στην Κύθνο και μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Και στη Τζια, παντού έτσι. Πηγαίναμε λοιπόν ανάμεσα στις ξερολιθιές και πηγαίναμε αλλά Άγιος πουθενά. Μέχρι που φτάσαμε σε καγκελόπορτα που έφραζε το δρόμο. Δυστυχώς δεν είχαμε άλλη επιλογή. Ή θα έβγαζα το σύρτη και θα μπαίναμε σε  «ξένα χωράφια» ή θα γυρνάγαμε πίσω. Εν τω μεταξύ έβρεχε πάλι οπότε η δεύτερη επιλογή ήταν αυτή στην οποία καταλήξαμε. Επειδή όμως δεν είχε χώρο να γυρίσω το αυτοκίνητο, μπήκα στα «ξένα χωράφια» όπου φαινόταν ένα πλάτωμα, έκανα τη μανούβρα που ήθελα και αφού έκλεισα και πάλι πήραμε το δρόμο προς τα πίσω. Πάντως και μόνο για τις ξερολιθιές, άξιζε τον κόπο ο χωματόδρομος!
Τα Ελληνικά είναι οργανωμένος οικισμός, αγροτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα. Ο επόμενος παρόμοιος οικισμός είναι ο Άγιος Νικόλαος λίγο πιο νοτιοδυτικά. Μάλιστα αυτός έχει και σχολέιο, που ήταν ανοικτό όταν περάσαμε. Σε λίγο συναντήσαμε τη διασταύρωση που πάει από τη μια στην Καρθαία και τα Χαβουνά και από την άλλη στρίβοντας προς τα δυτικά πάει προς Ποίσσες και Κούντουρο. Αυτή και ακολουθήσαμε κι εμείς. Αρχίσαμε να βλέπουμε και πάλι θάλασσα αφήνοντας την ενδοχώρα και φτάσαμε σε άλλη μια διασταύρωση .
Ευθεία πάει στις Ποίσσες, που τις βλέπαμε ακριβώς από κάτω και αριστερά για Κούντουρο. Οι Ποίσσες είναι όμορφη παραλία στην οποία καταλήγει ένας μικρός εύφορος και καταπράσινος κάμπος. Εμείς στρίψαμε προς τον Κούντουρο, στον οποίο και φτάσαμε λίγο μετά. Είναι το πιο «ανεπτυγμένο» τουριστικά μέρος του νησιού. Ο όρος ανάπτυξη όμως εδώ έχει μια ιδιόμορφη έννοια.
Πολυτελή ξενοδοχεία και βίλες όλα με πέτρα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νησιού. Γιατί ξέχασα να σου πω, πως σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Κυκλάδες τα σπίτια δεν είναι όπως συνήθως άσπρα, αλλά τα περισσότερα διατηρούν το χρώμα που τους δίνει η πέτρα από την οποία και είναι φτιαγμένα. Κάτι που αν δεν κάνω λάθος ίσχυε παλιότερα σε όλα τα νησιά, μιας και έδινε κάλυψη από τα βλέμματα των πειρατών. Έτσι πολλές φορές κάποια σπίτια που είναι κάπως μακριά δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις εύκολα μέσα στο ξερό τοπίο.
Στον Κούντουρο λοιπόν έχουν «επενδύσει» πλούσιοι φτιάχνοντας «βιλάρες», πολλές με μορφή ανεμόμυλου. Όμορφες είναι οι εικόνες αλλά δεν έχουν κάποια ζωντάνια. Κάτι λείπει από τον Κούνδουρο. Αλλά μάλλον οι «κάτοικοί» του έχουν επιδιώξει αυτή την κατάσταση για να έχουν την ησυχία τους και να μην ενοχλούνται από τους τουρίστες. Δεν είναι τυχαίο πως παρά την ανάπτυξη δεν βρήκαμε πουθενά να φάμε.
Ο Κούντουρος δεν έχει μόνο μια παραλία, αλλά διαδοχικά μικρά κολπάκια, τα περισσότερα με αμμουδιά. Αν εξαιρέσεις τα 2-3 πρώτα που φτάνει και τελειώνει ο άσφαλτος, από εκεί και πέρα στα υπόλοιπα έχει χωματόδρομο.
Εμείς κάναμε μια βόλτα μέχρι και τα πρώτα 4-5 χιλιόμετρα του χωματόδρομου και αφού βγάλαμε πολλές φωτογραφίες είπαμε να πάμε στις Ποίσσες, μπας και βρούμε να φάμε γιατί το στομάχι είχε αρχίσει τις διαμαρτυρίες.
Πράγματι όταν φτάσαμε βρήκαμε δύο ταβέρνες ανοικτές. Κάτσαμε στην πρώτη απολαμβάνοντας, θέα στη θάλασσα, βροχή, που είχε δυναμώσει και νόστιμο ψαράκι.
Λίγο μετά τις 3 το μεσημέρι ξεκινήσαμε για τη χώρα ακολουθώντας τον δρόμο που πάει σ’ αυτή από τη δυτική μεριά του νησιού.
Περίπου στα μισά της διαδρομής είδα στο βάθος χαμηλά ένα μεταλλικό «κλουβί» και ένα εκκλησάκι δίπλα του. Υποψιάστηκα τι είναι αλλά η πινακίδα επαλήθεψε τις υποψίες μου. Η Αγία Μαρίνα και ο αρχαίος Πύργος δίπλα της. Αν και ο χάρτης έδειχνε χωματόδρομο, αυτός είναι φρεσκοστρωμένος άσφαλτος.
Φτάσαμε στο πλάτωμα κάτω από τα δύο μνημεία αλλά διαπιστώσαμε πως η πρόσβαση σε αυτά είναι παντελώς απαγορευμένη και επιμελώς φροντισμένη η μη πρόσβαση. Ψηλά συρματοπλέγματα, λουκέτα στις πόρτες και απαγορευτικές πινακίδες διώχνουν κάθε διάθεση για «παράκαμψη» των απαγορεύσεων. Ο λόγος είναι βέβαια σοβαρός, μιας και ο πύργος έχριζε επείγουσας επέμβασης για να μην σωριαστεί σε ερείπια και η επέμβαση αυτή είχε αρχίσει.
Πρόκειται για πενταόροφο (!!) μεμονωμένο αμυντικό πύργο της Ελληνιστικής εποχής (4ος π.Χ. αι.) που σώζεται σε μεγάλο βαθμό αλλά σε κρίσιμη, για τη στατικότητα του, κατάσταση. Ξεπερνά τα 20 μέτρα σε ύψος το τμήμα που σώζεται. Και αυτό έμεινε μετά την πτώση μεγάλου μέρους του από καταστροφικό σεισμό στα 1858.
Δίπλα του στέκει ο ναός της Αγίας Μαρίνα, το μόνο που έμεινε από μοναστήρι των αρχών του 17ου αι.
Έβγαλα μερικές φωτογραφίες μέσα από το συρματόπλεγμα και συνεχίσαμε για την Ιουλίδα.
Όταν φτάσαμε ήταν κοντά στις 4 και τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Αυτό είχε και το καλό του μιας και ήταν όλα ήσυχα και η περιήγηση πιο άνετη. Η βροχή είχε σταματήσει αλλά είχε συννεφιά και αρκετή ζέστη.
Στην Ιουλίδα φτάνοντας υπάρχει το πάρκινγκ για να αφήσεις το αυτοκίνητό σου και να συνεχίσεις μέσα στον οικισμό με τα πόδια. Λίγες δεκάδες μέτρα πιο πάνω υπάρχει άλλο ένα μικρό πάρκινγκ, αυτό για το λεωφορείο και τα ταξί.
Εκεί μια καμάρα-στεγάδι τη λένε οι ντόπιοι-είναι η είσοδος στον οικισμό.
Δεξιά της στο κτίριο έχει ζωγραφίσει δύο φιγούρες ο επίτιμος πολίτης του νησιού, ο ζωγράφος Αλέκος Φασιανός. Περνώντας την καμάρα υπάρχει μια μικρή πλατεία, η Πιάτσα, η παλιότερη της Ιουλίδας. Εκεί κάτσαμε για ένα καφέ, που το ζητούσε πολύ έντονα ο οργανισμός μας. Μετά τον καφέ κάναμε μια βόλτα μέχρι την πλατεία και τα γύρω σοκάκια.
Όπως σου είχα πει, η Ιουλίδα έχει ιδιαίτερο χρώμα! Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Σπίτια κυρίως λευκά,
αλλά και κίτρινα και γαλάζια
και γενικά σε πολλά χρώματα, άλλα απλά και άλλα νεοκλασικά. Το κεραμίδι στις στέγες δίνει άλλη μια διαφορετική πινελιά στην πανέμορφη αυτή Χώρα. Γιατί είναι Πανέμορφη! Μια κούκλα! Ανεβαίνοντας προς την πλατεία, στα δεξιά είναι το τρίπατο κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου. Δυστυχώς είχε κλείσει λίγο πριν.
Στην πλατεία που φτάσαμε δεσπόζει το νεοκλασικό κτίριο του Δημαρχείου,
με τα εντοιχισμένα αρχαία γλυπτά και τα πήλινα αγάλματα του Ερμή και του Απόλλωνα στη στέγη, που χτίστηκε στα 1902 και ο τεράστιος πλάτανος.
Αφού θαυμάσαμε και φωτογραφίσαμε ότι βλέπαμε γύρω μας και πιο πέρα, μιας και η θέα προς τις συνοικίες είναι πολύ όμορφη, γυρίσαμε στο αυτοκίνητο. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου που είχαμε ρωτήσει μας πρότεινε  μια άλλη διαδρομή, από αυτή που λένε οι οδηγοί, για το Λιοντάρι.
Πήραμε το δρόμο που πάει προς την Καστριανή, περάσαμε από πάνω από τη χώρα και στρίψαμε αριστερά σε τσιμεντόδρομο (δεν υπάρχει πινακίδα) που οδηγεί μέχρι μια βρύση με μικρό πάρκινγκ. Από εκεί ρωτώντας ξεκίνησα την πορεία μου. Στην αρχή έντονη κατηφόρα και στρίβοντας δεξιά κατέβηκα περίπου 75 κατηφορικά πλατύσκαλα.
Στη συνέχεια συνάντησα το καλντερίμι που έρχεται από το κέντρο της χώρας. Πέρασα από το νεκροταφείο,
πάνω από το οποίο εντύπωση προκαλεί ένας εγκαταλελειμμένος περιστεριώνας, και σε λίγο είδα τον Λιόντα στην πλαγιά από κάτω και απέναντι. Φτάνοντας έπρεπε να κατέβω μερικές δεκάδες «σκαλιά» σκαμμένα στο βράχο (στην πραγματικότητα ο ίδιος ο βράχος) και φτάνεις στο μοναδικό αυτό γλυπτό.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό έργο τέχνης!! Έβγαλα πολλές φωτογραφίες και πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Πολύ κούραση. Η πορεία αυτή, που αν και δεν ήταν μεγάλη, ήταν μεγάλη ταλαιπωρία για τα γόνατά μου και έβαλε σε μεγάλη δοκιμασία την αντοχή μου. Φίλε μου με έχει φάει η καρέκλα και το πληκτρολόγιο. Χρειάζομαι επειγόντως προπόνηση. Τα «έπαιξα»!!!
Αργά το απόγευμα γυρίσαμε στο δωμάτιο. Είχα τέτοια λαχτάρα για θάλασσα που αν και το απόγευμα είχε προχωρήσει πολύ, δεν άντεξα και βούτηξα. Ήταν τέλεια!!! Θες η ώρα, θες η κούραση αλλά κυρίως η συγκεκριμένη θάλασσα, ήταν από τα ωραιότερα μπάνια που έχω κάνει τα τελευταία χρόνια!!
Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν πετάχτηκα μέχρι την Κορησσία για να ψωνίσω, να φτιάξουμε κανένα σάντουιτς.
Στο Βουρκάρι σταμάτησα και έβγαλα υπέροχες φωτογραφίες του δειλινού.
Εκείνο το βράδυ πέσαμε νωρίς για ύπνο. Η κούραση ήταν μεγάλη. Σωματική αλλά κυρίως του νου με τόσες μοναδικές εικόνες που με είχαν «βομβαρδίσει» όλη τη μέρα!

Υ.Γ. Όταν διαβάσεις αυτά που σου γράφω παραπάνω, πάρε με ένα τηλέφωνο να τα πούμε. Καληνύχτα

(Αντιγραφή- Επικόλληση- Αποστολή και έφυγε!!)


-Καλημέρα. Πριν λίγο είδα το μήνυμά σου και το «ρούφηξα».
-Και ποιες είναι οι εντυπώσεις σου;
-Πρέπει να περάσατε πολύ ωραία! Η περιγραφή αυτό δείχνει.
-Πράγματι. Ήταν ένα πολύ όμορφο ταξίδι αν και τόσο μικρό. Αλλά ρε φίλε η βόλτα στο Λιόντα με ξέκανε!
-Όπως το είπες. Χρειαζόμαστε επειγόντως προπόνηση!!
-Που είναι οι εποχές που σκαρφαλώναμε σαν τα κατσίκια! Τι λες; Είσαι να ξεκινήσουμε πορείες μπας και φτιάξουν τα πράγματα;
-Καλή η πρόταση. Δεν μου λες όμως. Δεν έγραψες τίποτα για την τελευταία ημέρα.
-Η τελευταία ημέρα ήταν μόνο για ανασυγκρότηση. Μπάνιο και ξεκούραση μέχρι το μεσημέρι και αφού φορτώσαμε, περάσαμε από το Βουρκάρι,

όπου επισκέφτηκα τον Αρχαιολογικό χώρο της Αγίας Ειρήνης. Στη συνέχεια έκανα δύο μικρές στάσεις για μερικές τελευταίες φωτογραφίες στο Βουρκάρι και το Γιαλισκάρι και φτάσαμε στην Κορησσία. Βγάλαμε εισιτήρια, φάγαμε δυο σάντουιτς που είχαμε ετοιμάσει και κάτσαμε για καφέ.
Στις 3.30 ξεκινήσαμε για την επιστροφή αποχαιρετώντας τη Τζια υποσχόμενοι να ξανάρθουμε μια μέρα.
-Γιατί τι αφήσατε;
-Πολλά! Πρώτ’ απ’ όλα το Αρχαιολογικό Μουσείο με τις υπέροχες (απ’ όσο είδα σε φωτογραφίες) πήλινες κόρες από την Αγία Ειρήνη, ορισμένες σε φυσικό μέγεθος και χωματόδρομους με ωραίες παραλίες. Δεν νομίζεις πως αυτά είναι λόγος για ένα ακόμα ταξίδι στη Τζια;
-Φαίνεται πως πράγματι είναι! Τελικά αξίζει έτσι;
-Αξίζει και με το παραπάνω! Και μην ακούς τι λένε οι κακές οι γλώσσες. Και πράσινο έχει, και ξεραΐλα. Και αξιοθέατα και ευγενικούς ανθρώπους. Και μιας και είναι κοντά ξεκίνα για τη Τζια! Θα περάσεις καλά!
-Θα πάω σίγουρα!
-Δε σου είπα όμως πως περνώντας από τα νότια και δυτικά της Μακρονήσου φαίνονται πολλά κτίρια από τον ιστορικό αυτό τόπο. Τράβηξα πολλές φωτογραφίες.
-Ενδιαφέρον ακούγεται
-Άστο αυτό είναι άλλη ιστορία. Θα τα πούμε άλλη φορά. (Παραπλέοντας τον ..."Παρθενώνα"!!)
-Εντάξει! Πάντα τέτοια νάχετε! Ευχαριστώ για την ενημέρωση.
-Τίποτα. Νάσαι καλά!

Περισσότερες φωτογραφίες: https://picasaweb.google.com/112333101407674010719/Kea35102012

Μερικά στιγμιότυπα σε ένα μικρό βίντεο
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...