Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ταξίδι στη Ρουμανία, Μέρος Β΄-Εδώ Δράκουλας, εκεί Δράκουλας, που είναι ο Δράκουλας;

Τρανσυλβανία
4-5 Οκτωβρίου 2009

Τα προάστια του Βουκουρεστίου από αδιάφορα ως άσχημα. Ομοιόμορφες, εγκαταλελειμμένες στην τύχη τους πολυκατοικίες και φτωχικές γειτονιές. Σύντομα όμως βγαίνουμε από την πόλη. Στην αρχή η διαδρομή δε λέει τίποτα. Επίπεδα εδάφη με στενούς δρόμους και αρκετή κίνηση. Καμιά ώρα αφότου φύγαμε αρχίζουμε να ανεβαίνουμε και το τοπίο αποκτά ενδιαφέρον. Όμορφα χωριά με ξύλινα πολύχρωμα σπίτια παρατεταγμένα στις δυο πλευρές του δρόμου περνάνε δίπλα μας το ένα μετά το άλλο. Η βλάστηση έχει γίνει αρκετά πυκνή και τα χρώματά της φτιάχνουν μια πολύ όμορφη παλέτα. Τα φυλλοβόλα σε όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου και του κόκκινου και ανάμεσα το βαθύ πράσινο των κωνοφόρων φτιάχνουν «πίνακες» απαράμιλλης ομορφιάς που έμελλε να μας συνοδεύει όλες τις επόμενες μέρες στα Καρπάθια αλλά και στη Μολδαβία.
Ο δρόμος έχει ανέβει αρκετά και τώρα φιδοσέρνεται στην πλαγιά μιας ρεματιάς.
Σε λίγο φτάνουμε στην πρώτη μας στάση. Sinaia. Πρόκειται για μια μικρή πόλη με πολύ γραφικά, ξύλινα κτίρια, αρκετά τουριστική με δύο σπουδαία αξιοθέατα, ένα από τα οποία επρόκειτο σε λίγο να επισκεφτούμε.
Πήρε το όνομά της από το ομώνυμο Μοναστήρι που έχτισε το 1695 ο Μιχαήλ Καντακουζηνός μετά από ένα προσκύνημα στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά. Το 1883, μετά από δέκα χρόνια εργασιών ο Βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος Α΄ εγκαινιάζει τη θερινή κατοικία της Βασιλικής Οικογένειας. Το κάστρο-παλάτι Peles. Ένα αριστούργημα σε ρυθμό Γερμανικής Αναγέννησης, με πολλά στοιχεία Μπαρόκ, Ροκοκό αλλά και αραβικά. Το 1914 μετατράπηκε σε Μουσείο και άνοιξε για το κοινό για να κλείσει και πάλι στη διάρκεια των χρόνων του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Σήμερα λειτουργεί και πάλι σαν μουσείο και είναι επισκέψιμο.
Το πρόγραμμά μας, που ήταν πολύ πιεσμένο χρονικά, είχε επίσκεψη στο κάστρο αλλά όχι μέσα. Δεν υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο. Βρίσκεται έξω από την πόλη στις πλαγιές του βουνού, μέσα σε οργιώδη βλάστηση. Ο δρόμος είναι στενός και γεμάτος από κλειστές στροφές. Με δεδομένο δε ότι έχει πολλούς επισκέπτες θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Περάσαμε μπροστά από το Μοναστήρι, και σε λίγο φτάσαμε στο χώρο του κάστρου.
Το λεωφορείο μας άφησε στο πάρκινγκ και εμείς κατηφορίσαμε προς την είσοδο του κάστρου. Ένα ξενοδοχείο και κάποια βοηθητικά κτίρια  και μετά περνάμε μέσα από την καφετέρια του χώρου και βρισκόμαστε σε ένα τεράστιο πάρκο. Πράσινο παντού αλλά το κάστρο πουθενά. Βλέπουμε τις πινακίδες και ακολουθούμε το μονοπάτι.
Σε λίγο αρχίζει να φαίνεται το ανεπανάληπτο παλάτι-μνημείο. Φτάνουμε και δε χορταίνουμε να κοιτάμε.
Είναι από τα πιο όμορφα παλάτια που έχω δει στα ταξίδια μου. ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!!!! Είχαν απόλυτο δίκιο όλοι όσοι μου είπαν ότι δεν πρέπει να χάσω σε καμιά περίπτωση το Peles. Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν αυτό που βλέπαμε.
Το κτίριο, η εσωτερική του αυλή με τις υπέροχες τοιχογραφίες, οι κήποι. Τι να πρωτοθαυμάσεις και για ποιο από όλα να πρωτοπείς. Η φωτογραφική μηχανή και η βιντεοκάμερα έκαναν για άλλη μια φορά υπερωρίες. Ο χρόνος όμως μας πίεζε και έπρεπε να φύγουμε. Με βαριά καρδιά φύγαμε. Μπήκαμε στο λεωφορείο και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε.
Περάσαμε έξω από το Μοναστήρι χωρίς να σταματήσουμε και πήραμε ξανά το δρόμο για το χωριό και το κάστρο Bran (το γνωστό του Κόμη Δράκουλα). Έπρεπε να το προλάβουμε ανοικτό και αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο.  

Η διαδρομή ακολουθεί για λίγο ακόμα τα παλιά ορεινά μονοπάτια και περάσματα και σε λίγο κινείται σε ένα άχαρο οροπέδιο. Μόνη ενδιαφέρουσα εικόνα μερικά χωριά αλλά κι αυτά τίποτα το ιδιαίτερο. Είχαμε δει πολύ καλύτερα και έμελλε να δούμε ακόμα πιο ωραία. Φτάσαμε έγκαιρα  και το λεωφορείο μας σταματάει στο πάρκινγκ. Μέσα από μια μικρή εμπορική στοά γεμάτη με νεκροκεφαλές, κόκαλα, αίμα και δρακουλιάρικες φάτσες με στόματα αιματόβρεχτα, βγαίνουμε στο χώρο μπροστά από το κάστρο, που βρίσκεται στην κορυφή ενός βράχου. Μπροστά μας δεκάδες μικρά ή μεγαλύτερα μαγαζιά δημιουργούν μια εικόνα πανηγυρτζίδικη και άκρως τουριστική. Από τις χειρότερες περιπτώσεις εμπορευματοποίησης ενός θρύλου που φαίνεται να μην σχετίζεται καθόλου με την περιοχή αλλά και την πραγματικότητα (σχετικά με το ιστορικό μέρος βέβαια).
Το κάστρο χρονολογείται από το 1378 και σύμφωνα με το θρύλο είναι το κάστρο που έζησε ο   Βλαντ Τσέπες  ή Κόμης Δράκουλας. (http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84_%CE%93%CE%84_%CE%A4%CF%83%CE%AD%CF%80%CE%B5%CF%82). Πολλοί είναι αυτοί που αμφισβητούν ακόμα και το αν πάτησε ποτέ το αιματοβαμμένο του ποδάρι σε αυτό το κάστρο. Ο Ιρλανδός συγγραφέας όμως Bram Stoker έφτιαξε την «ιστορία» του τοποθετώντας τον Βλαντ σε αυτό το κάστρο και όταν οι ντόπιοι κατάλαβαν το χρυσωρυχείο που βρέθηκε ξαφνικά στα μέρη τους «πίστεψαν» αμέσως και με απόλυτη «βεβαιότητα» ότι όλα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι μόνο η πάσα αλήθεια!!!
-   Ο παππούς μου μου είπε ότι ο παππούς του ήξερε από τον παππού του…….
Ιστορίες δηλαδή «απόλυτης ακρίβειας» και ιδού τα αποτελέσματα μπροστά στα μάτια μας. Στο γκισέ των εισιτηρίων κόσμος αρκετός αν και η εποχή δεν είναι αυτό που θα λέγαμε τουριστική. 18 lei (περίπου 4,5 Euro) η είσοδος. Πληρώνουμε και μπαίνουμε στον χώρο. Ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί σε μια σκάλα και αυτή στην είσοδο του κάστρου. Λίγο πριν την είσοδο στα δεξιά υπάρχει ένας εντυπωσιακός πέτρινος σταυρός.
 Περνάμε την είσοδο και από ένα μικρό προθάλαμο αρχίζουμε να επισκεπτόμαστε το εσωτερικό. Η διαδρομή μονόδρομος. Στενοί διάδρομοι και σκάλες που δεν επιτρέπουν την επιστροφή.
Άλλωστε μπαίνοντας υπάρχει περιστρεφόμενη μπάρα μονής κατεύθυνσης. Το κάστρο έχει 57 δωμάτια, η πλειοψηφία των οποίων είναι μικρά ως μικροσκοπικά. Στη δεκαετία του 1920 ήταν η αγαπημένη εξοχική κατοικία της τότε βασίλισσας Μαρίας. 
Έπιπλα εποχής αλλά και διαμόρφωση του χώρου που σε πολλά δωμάτια θυμίζει χωριάτικο σπίτι.
Σε μια βιτρίνα ένα στέμμα και ένα σκήπτρο.
Αληθινά; Ποιος ξέρει. Σε άλλες βιτρίνες στολές κάποιων αρχόντων του Μεσαίωνα.
Και φυσικά σε κάποιο τοίχο και το γενεαλογικό δέντρο του Βλαντ. Σίγα μην έλειπε!!
Σε διάφορα σημεία βγαίνεις σε μικρούς εξώστες με θέα είτε προς την κοιλάδα γύρω είτε προς την αυλή είτε προς διάφορα άλλα σημεία του κάστρου.
Αφού περάσαμε όλα τα δωμάτια που προέβλεπε η διαδρομή βρεθήκαμε στην αυλή,
στο κέντρο της οποίας μια απομίμηση πηγαδιού στρωμένου με νομίσματα ήταν το σκηνικό μερικών ακόμα φωτογραφιών.

Βγήκαμε από την πίσω μεριά του κάστρου και σε λίγο βρεθήκαμε στο «πανηγύρι».
Ψωνίσαμε και εμείς το δρακουλιάρικο κατιτί μας και παρά την πείνα μας αποφασίσαμε να φύγουμε άρον άρον για να πάμε για φαΐ στο Brasov, απόφαση για την οποία δεν μετανιώσαμε καθόλου.

Όλη η περιοχή της Τρανσυλβανίας έχει έντονα τα σημάδια μιας ιστορίας που καθορίστηκε από πολλούς λαούς και κατακτητές. Ήταν πολύ ζωντανό, οικονομικά, κομμάτι της Αυστροουγγαρίας με πολλούς Σάξονες εμπόρους να δραστηριοποιούνται στο σταυροδρόμι αυτό της Ευρώπης. Τα σημάδια αυτής την ιστορίας δεν είναι περισσότερο εμφανή από όσο στα ονόματα των πόλεων. Όλες οι μεγάλες πόλεις της περιοχής έχουν 3 ονόματα η κάθε μία (!!!) Ένα στα Ρουμάνικα, ένα στα Ουγγρικά και ένα στα Γερμανικά!!
Το Brasov (το Ρουμάνικό του όνομα ) ή Brassó (στα Ουγγρικά) ή Kronstadt (στα Γερμανικά) ήταν σπουδαίο Μεσαιωνικό, εμπορικό κέντρο και αυτό φαίνεται ακόμα και σήμερα.
Η πόλη που περιβάλλεται από καταπράσινους λόφους διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες και ομορφότερες πλατείας της χώρας τη Piata Sfatului.
Η πλατεία αυτή περιβάλλεται από κτίρια με μπαρόκ προσόψεις, είναι γεμάτη καφέ και όταν φτάσαμε εμείς γεμάτη κόσμο. Είχε μια ωραία λιακάδα και πολλές οικογένειες βρίσκονταν εκεί απολαμβάνοντας την. Ένας γάμος Ρομά, με πλήθος στολισμένων αντρών και γυναικών συμπλήρωνε τη ζωντανή εικόνα που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.
Στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει το Μέγαρο του Συμβουλίου του 1420, Ιστορικό Μουσείο της πόλης σήμερα.
Στα νότια της πλατείας είναι η Biserica Neagra (Μαύρη Εκκλησία 1384-1477 μ.Χ.)
που πήρε αυτό το όνομα μετά από πυρκαγιά το 1689.
Κάτσαμε σε ένα εστιατόριο στην πλατεία για να φάμε και μετά το φαΐ ξεκινήσαμε τις βόλτες μας. Μαύρη Εκκλησία,
μεσαιωνικά στενά γύρω από την πλατεία,

πεζόδρομοι με πολύ κόσμο
και πλανόδιους μουσικούς και γενικά πολύ όμορφες εικόνες.
Βράδυ πια μπήκαμε στο λεωφορείο μας και φύγαμε  για το Sibiu όπου και θα διανυχτερεύαμε.

Ημέρα 3η

Μετά το πρωινό και αφού φορτώσαμε στο λεωφορείο πήγαμε να δούμε την πόλη.Sibiu ή Nagyszeben  για τους Ούγγρους και Hermannstadt για τους Γερμανούς!!Το γεγονός ότι στη διάρκεια της βασιλείας των Αψβούργων, έγινε πρωτεύουσα της Τρανσυλβανίας μεταξύ 1703 και 1791 και ξανά μεταξύ 1849 και 1867 έκανε την πόλη πλούσια σε δημόσια και ιδιωτικά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα.
Έχει, ίσως, το καλύτερα διατηρημένο ιστορικό κέντρο της χώρας, που σε συνδυασμό με το ότι συντηρήθηκε πρόσφατα με ένα ευρύ πρόγραμμα, γιατί το 2008 ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, κάνει την πόλη ένα μεγάλο υπαίθριο Μουσείο!
Ξεκινήσαμε ακολουθώντας τον κεντρικό πεζόδρομο Nicolae Balcescu φτάσαμε την κεντρική πλατεία Piata Mare. Ο Πύργος του Συμβουλίου (Turnul Sfatului) δεσπόζει στην πλατεία από το 1588.
Γύρω η πλατεία, που είναι πολύ μεγάλη, έχει πολύ όμορφα κτίρια, όπως τον μπαρόκ Καθολικό Καθεδρικό και την παλαιότερη και σπουδαιότερη πινακοθήκη της Ρουμανίας, την Πινακοθήκη Brukenthal. Πίσω από αυτά τα κτίρια βρίσκονται το Ιστορικό Μουσείο και Ευαγγελική Εκκλησία.
Στη συνέχεια είναι η πλατεία Piata Mica. Περνώντας τη Γέφυρα του Ψεύτη (Podul Minciunilor), που ονομάστηκε έτσι γιατί σύμφωνα με το θρύλο θα καταρρεύσει αν κάποιος που στέκεται πάνω της πει ψέματα, φτάνουμε στην κάτω πλευρά της πόλης.
Ακολουθώντας την οδό Mitropoliei
 φτάσαμε στον Ορθόδοξο Καθεδρικό, έναν εντυπωσιακό ναό του 1906 που κτίστηκε με πρότυπο την Αγία Σοφία της Πόλης. Από εκεί γυρίσαμε στο λεωφορείο, έτοιμοι για την αναχώρησή μας προς το άλλο διαμάντι των Καρπαθίων, την θρυλική Sighisoara.
Η Sighisoara ή Segesvár για τους Ούγγρους και Schässburg για τους Γερμανούς,
είναι η γενέτειρα του θρυλικού Βλαντ Τσέπες (Vlad Ţepes), του γιου του Vlad Dracul, του γνωστού μας Δράκουλα, του αδίστακτου, αιμοδιψή πρίγκιπα της Βλαχίας.
Το ιστορικό κέντρο αυτής της πόλης που βρίσκεται πάνω στο ύψωμα είναι ότι πιο «Μεσαιωνικό» έχω δει!
Το τείχος της παλιάς πόλης με τους έντεκα πύργους του στέκεται ακόμα στη θέση του περικλείοντας όμορφες κατοικίες και άθικτες εκκλησίες του 16ου αι.
Ανάμεσά τους λιθόστρωτοι δρόμοι και μικρές μεσαιωνικές πλατείες.
Ανεβαίνοντας κάποιος από κάτω βλέπει πρώτα τον Πύργο του ρολογιού, του 14ου αι, με το ρολόι του 1648, που λειτουργεί κανονικά και σήμερα. Στον Πύργο στεγάζονται δύο μουσεία. Το Ιστορικό και η Αίθουσα των βασανιστηρίων. Δίπλα είναι το μουσείο των όπλων. Μπροστά σχηματίζεται η πλατεία Piaţa Museului με την εκκλησία Biserica Monastirii.
Απέναντι είναι το σπίτι που γεννήθηκε ο Δράκουλας
και στο οποίο σήμερα στεγάζεται το εστιατόριο που κάτσαμε για φαΐ. Λίγο πιο πάνω είναι η καρδιά της παλιάς πόλης, η πλατεία Piaţa Ceţaţii
και στα αριστερά της η σκεπαστή σκάλα (Scara acoperita) με τα 172 σκαλιά, του 1642, που ανεβαίνει στην κορυφή του λόφου.
Η θέα από την παλιά πόλη προς τη νεώτερη που μοιάζει να γλιστράει προς τα κάτω στις πλαγιές του λόφου και να επεκτείνεται γύρω του είναι πολύ εντυπωσιακή. Το ποτάμι χαμηλά κόβει την πόλη στα δύο και στην απέναντι όχθη του είναι πολύ εντυπωσιακός ο σύγχρονος, Ορθόδοξος Καθεδρικό ναός.
Μετά το φαΐ έκανα αρκετές βόλτες και κατεβήκαμε να φύγουμε. Συμπερασματικά η πόλη αυτή ήταν ότι ωραιότερο είδα σε αυτό το ταξίδι μου!!
Από εκεί προς τα βορειοανατολικά που πηγαίναμε η διαδρομή ήταν κυρίως μέσα στα Καρπάθια.
Η βλάστηση ήταν οργιαστική και λόγω φθινοπώρου πολύχρωμη. Όταν κατεβαίναμε σε επίπεδα μέρη περνάγαμε και πάλι μικρά χωριά, το ίδιο γραφικά, αν και ο αρχιτεκτονικός τους χαρακτήρας είχε αλλάξει.
Πηγαίναμε προς τη Μολδαβία (τη Ρουμανική επαρχία, βεβαίως!).
Κάναμε στο δρόμο μια στάση για καφέ, σε ένα μικρό ξενοδοχείο και όταν είχε αρχίσει να σουρουπώνει φτάσαμε στη λίμνη Lacu Rosu αφού περάσαμε την πόλη Gheorgheni.
Είναι μια πολύ όμορφη λίμνη μέσα στα βουνά. Είχε νυχτώσει πια για τα καλά όταν μπήκαμε στα «Κλειδιά του Bicaz» (Cheile Bicazului), το απίστευτης ομορφιάς φαράγγι που όμως μπορέσαμε να το δούμε λίγες μέρες αργότερα. Εκείνο το βράδυ ότι μπορούσαμε να δούμε ήταν ότι φώτιζαν τα φώτα του λεωφορείου. Μετά τις πόλεις Piatra Neamţ, Buhusi και Roman κάτσαμε κάπου να τσιμπήσουμε. Θέλαμε ακόμα περίπου 60χμ μέχρι τον προορισμό μας, την πόλη Ιάσιο (Iasi) όταν παρουσιάστηκε πρόβλημα στον πίσω άξονα του οχήματος!.Πήραμε τηλέφωνο τους Ρουμάνους συναδέλφους που επιστράτεψαν 2-3 ΙΧ και ένα μίνι μπάς και ήρθαν να μας πάρουν. Τα μεσάνυχτα είχαν προ πολλού περάσει όταν φτάσαμε στον ξενώνα που θα μέναμε για τις επόμενες μέρες. Η κούραση μας ήταν πολύ μεγάλη αλλά αυτά που είχαμε δει ήταν τόσο όμορφα που έλεγες: Χαλάλι!!

(Συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...