Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Δύου αμέρε τα Τσακωνιά!


(Δύο μέρες στην Νότια Κυνουρία!)

14-16 Ιανουαρίου 2016


Ήταν το πολύ μακρινό 1995, τότε που αφιερώσαμε ένα μέρος των καλοκαιρινών μας διακοπών για να γνωρίσουμε την παραλιακή Αρκαδία, την περιοχή της Κυνουρίας ή Τσακωνιά, στην τοπική διάλεκτο (http://disaki.blogspot.com/2011/05/1995.html). Η εντύπωση, που μου άφησε τότε η Τσακωνιά ήταν ενός τόπου «Δωρικού», σαν την γλώσσα του.
Σκληρός τόπος αλλά όχι τόσο άγριος όσο η Μάνη, με φιλόξενους, αν και αρκετά «κλειστούς» ανθρώπους, πανέμορφα τοπία και χωριά και μοναδικές θάλασσες.
Πέρασαν τα χρόνια και δεν αξιωθήκαμε να ξαναπάμε.

Είναι λίγες μέρες μετά τις γιορτές του νέου χρόνου, η Μαριάννα θα έφευγε για τη μηνιαία επίσκεψή της στη Βαρκελώνη και εμένα δε με χώραγε ο τόπος. Είχαν συμβεί και αρκετά δυσάρεστα από το καλοκαίρι, που είχε περάσει και έλεγα πως το σπίτι, όπου νάναι θα πέσει να με πλακώσει! Ψάχνω να δω, που να πάμε για 2-3 μέρες και μούρχεται στο μυαλό το 1995. ΤΣΑΚΩΝΙΑ! Να που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια «αναμνηστική δόση» (κάτι σαν εμβόλιο, ένα πράγμα)!

 
Οι προβληματισμοί πολλοί.
-Χειμωνιάτικα σε παραθαλάσσιο τόπο;
-Τα περισσότερα ξενοδοχεία και δωμάτια θα είναι κλειστά (και ήταν!).
-Εμείς και η θάλασσα θα είμαστε. Άντε και κανένα γερόντι σε κανένα καφενείο, αν είναι κι αυτά ανοικτά.
-Η μέρα είναι πολύ μικρή. Νυχτώνει νωρίς. Θα κοιμόμαστε με τις κότες;
Και άλλα τέτοια αισιόδοξα!! Δεν βαριέσαι! Πάμε και βλέπουμε! Έτσι κι αλλιώς για δύο βράδια είναι.
Και έτσι ξεκινήσαμε.
Το μεσημέρι της Πέμπτης, πήγα τη Μαριάννα στο αεροδρόμιο, γύρισα, φορτώσαμε και ….«Τσακωνιά σου ερχόμαστε….!»
Η διαδρομή χωρίς εκπλήξεις. Στο Άργος πήραμε το δρόμο για Μύλους και από εκεί παραλιακά για Άστρος. Μετά την Παραλία του Άστρους, οι στροφές γίνονται πιο πολλές και πιο κλειστές, το τοπίο έχει αγριέψει για τα καλά και το σκοτάδι «επελαύνει» τάχιστα. Όταν φτάσαμε στην Παραλία του Τυρού είχε νυχτώσει για τα καλά. Τι ερημιά είναι αυτή!! Σχεδόν τα πάντα κλειστά. Το ξενοδοχείο, που είχαμε κλείσει, είναι στο τέλος σχεδόν του χωριού, μπροστά στο λιμανάκι.
Ο κύριος Τάσος μας περίμενε και μας οδήγησε στο δωμάτιό μας. Αφήσαμε τα πράγματα και κάτσαμε λίγο στο σαλόνι και τα είπαμε. Μάθαμε πως το ξενοδοχείο του ήταν ανοικτό εκείνο το χειμώνα γιατί γίνονταν κάποια έργα στο λιμάνι και είχε συμφωνήσει με την ανάδοχη εταιρεία να είναι ανοικτός για να μένουν οι εργαζόμενοι, που δεν ήταν ντόπιοι. Όμως το έργο ήταν στα τελειώματά του και είχε μείνει μόνο ένας άνθρωπος, που εκείνες τις μέρες έλειπε (!!). Εμείς και ο ξενοδόχος! Ο άνθρωπος ήταν ευγενέστατος και εξαιρετικά φιλόξενος.
Πριν πάμε στα Σαπουνακαίϊκα, το ένα από τα δύο χωριά που είναι πάνω από την Παραλία Τυρού (το άλλο είναι ο Τυρός), για φαΐ στην Ταβέρνα που μας πρότεινε ο κύριος Τάσος, έκανα μια βόλτα στην παραλία για να δω τι γίνεται.
Οι εικόνες όμορφες, αλλά η ερημιά, ερημιά.
Μόνο μια ομάδα από πάπιες στην άκρη της θάλασσας έκανε φασαρία και με ακολουθούσε. Λες να τους χάλασα τη χειμερινή ραστώνη;
Σε ένα δέντρο μερικά μπουκάλια νερού, βαμμένα διάφορα χρώματα κρέμονταν από τα γυμνά κλαδιά και θύμιζαν ξεχασμένα στολίδια ενός ιδιόμορφου «Χριστουγεννιάτικου δέντρου»!
Λίγο πιο κάτω μια φωτισμένη ταμπέλα μας καλωσορίζει τσακώνικα. «Καούρ εκάνατε», δηλ. «Καλώς ήλθατε»!
Γύρισα στο ξενοδοχείο και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να ανηφορίσουμε προς τα Σαπουνακαίϊκα. Στην πλατεία είναι η ταβέρνα.
Ένα γύρω πέτρινα σπίτια
και επιγραφές στα Τσακώνικα.
Την ταβέρνα, αν την έλεγες λαογραφικό μουσείο δεν θα έπεφτες έξω.
Και τι δεν είχε, μέσα
κι έξω. Αν και τα αντικείμενα ήταν πολλά, ήταν καλόγουστα και δεν ενοχλούσαν. Αν είναι καλό και το φαΐ, τότε «μπίνγκο». Και ήταν! Όχι απλά καλό! Ήταν το κάτι άλλο! Ειδικά εκείνη η σαλάτα με τα φιστίκια και το πορτοκάλι ήταν «θεϊκή»!!
Στο μαγαζί ήμασταν μόνοι εκτός από τον ιδιοκτήτη και ένα φίλο του, που κάθονταν και βλέπανε τηλεόραση και τα κουτσοπίνανε. Αυτός είναι ο χειμώνας στα τουριστικά μέρη. Ευτυχώς που αυτή η ταβέρνα λειτουργεί όλο το χρόνο.
Χορτασμένοι και με τις πρώτες εντυπώσεις νάναι οι καλύτερες, γυρίσαμε. Κάτσαμε λίγο στο χαζοκούτι, πέρασα φωτογραφίες στον υπολογιστή και πέσαμε για ύπνο. Καούρ εκάναμε (αν το λέω σωστά)!

Ηλιόλουστη η μέρα που ξημέρωσε! Σηκωθήκαμε και βγήκαμε για πρωινό. Ο κύριος Τάσος είχε ετοιμάσει βραστά αυγά, είχε φέρει φρέσκο ψωμί, είχε βούτυρο και μαρμελάδες, φέτα, υπέροχες ντόπιες ελιές και μια υπέροχη φρεσκοστημένη πορτοκαλάδα από δικά του πορτοκάλια και ένα μερακλίδικο ελληνικό καφέ!. Υπέροχα!!
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για μια μέρα προς τα νότια και νοτιοανατολικά, στην καρδιά της Νότιας Κυνουρίας.
Βγήκαμε στον κεντρικό από τη νότια μεριά του χωριού. Ο κεντρικός δρόμος, που ενώνει το Άστρος με το Λεωνίδιο, κινείται παραλιακά, αλλά λίγο ψηλά. Κάθε τόσο μια παράκαμψη κατεβαίνει στη θάλασσα, σε μια μικρή παραλία ή σε ένα ψαροχώρι. Φυσικά υπάρχουν και οι παρακάμψεις προς χωριά στις πλαγιές του Πάρνωνα, δεξιά μας Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές και πολύ όμορφες και οι απανωτές στάσεις είναι αναπόφευκτες.
Το πρώτο χωριό, που μας γνέφει να σταματήσουμε για μερικές φωτογραφίες είναι το Λιβάδι,
ενώ λίγο πιο κάτω κάνουμε στάση για να δούμε το «αστέρι» της περιοχής, που ακούει στο όνομα Σαμπατική! Τι εικόνα!
Μια εικόνα, που είχε αποτυπωθεί στο νου μου από τότε. Λίγο μετά, από ένα πλάτωμα-μπαλκόνι
φαίνεται μια πολύ όμορφη, μικρή παραλία, αυτή του Θυόπαυστου.
Στο δρόμο τραβάει τον ανήφορο ένας ντόπιος πάνω στο γαϊδουράκι του, μια ακόμα όμορφη εικόνα.
Λιγότερο από 10 χιλιόμετρα πιο νότια, ο δρόμος στρίβει δεξιά για να ανηφορίσει μέχρι το Λεωνίδιο, ακολουθώντας τη βόρεια κοίτη του ρέματος-ποταμού του Δαφνώνα.
Εκεί στη στροφή κάναμε την επόμενη στάση.
Μπροστά μας ο οικισμός του Λάκκου,
η εκβολή του ποταμού και ο εύφορος κάμπος του Λεωνιδίου.
Και φυσικά ο κόκκινος βράχος, αναπόσπαστο στοιχείο της πρωτεύουσας των Τσακώνων.
Το άλλο, αναπόσπαστο στοιχείο όλης της περιοχής, είναι οι ταμπέλες με τα τσακώνικα.
Μια τέτοια μας καλωσορίζει στα μέρη του Λεωνιδίου!

Μια μικρή παρένθεση για τη γλώσσα που μιλιέται (για την ακρίβεια μιλιόταν. Τώρα όλο και λιγότερο) στην περιοχή, τα Τσακώνικα. Αν κάποιος ακούσει τους τσάκωνες να μιλούν μεταξύ τους, είναι σίγουρο πως θα νομίσει πως μιλάν μια ξένη γλώσσα. Φυσικά είναι μια από τις τέσσερεις ελληνικές διαλέκτους (μαζί με τα ποντιακά, τα καππαδοκικά και τα κατωιταλιώτικα) και όχι ιδίωμα. Σύμφωνα με τους ειδικούς είναι εξέλιξη της αρχαίας δωρικής διαλέκτου της Λακωνίας, σε αντίθεση με την κοινή νεοελληνική γλώσσα, που κατάγεται από την Ελληνιστική κοινή. Μιλιέται σε μια μικρή ομάδα χωριών της Νότιας Κυνουρίας, από τον Άγιο Ανδρέα στο βορά, μέχρι το Λεωνίδιο στο νότο. Επειδή το θέμα είναι πολύ μεγάλο και ξεφεύγει αυτού του ταξιδιωτικού οδοιπορικού, παραθέτω κάποιες ιστοσελίδες* με πολλές πληροφορίες και στοιχεία, ακόμα και ηχητικά παραδείγματα.

Εμείς συνεχίσαμε το δρόμο μας και σε λίγα λεπτά μπήκαμε στο Λεωνίδιο.
Είναι μια πολύ γραφική κωμόπολη, με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, που έχει κριθεί διατηρητέος οικισμός. Έχει κάτι λιγότερους από 4000 κατοίκους και είναι χτισμένη στη ρίζα του κόκκινου βράχου,
δεξιά και αριστερά του Δαφνώνα. Ο σχετικά στενός, κεντρικός δρόμος διασχίζει τον οικισμό από ανατολή μέχρι δύση, περνώντας από την αγορά με τα πολύ γραφικά κτίρια και τις μικρές πλατείες του.
Περάσαμε λοιπόν κι εμείς, το δρόμο αυτόν και ακολουθώντας τις πινακίδες, κατεβήκαμε στο πάρκινγκ, που είναι δίπλα στο ποτάμι,
κάτω από το Δημαρχείο. Αφήσαμε το αυτοκίνητο και το κόψαμε με το πόδι.
Πίσω από το Δημαρχείο, άλλη μια δίγλωσση πινακίδα.
Η αρχιτεκτονική του Λεωνιδίου παραπέμπει περισσότερο σε νησί παρά σε Μωριά.
Δεκάδες τα αρχοντικά με ψηλούς μαντρότοιχους και εντυπωσιακές, ξύλινες αυλόπορτες.
Άλλα ασοβάντιστα με το μεγαλείο της πελεκημένης, ακάλυπτης πέτρας
και άλλα χρωματισμένα με χρώματα, όπως η ώχρα, το κεραμιδί, το λουλακί και φυσικά το λευκό.
Κορυφαίο δείγμα αυτής της αρχιτεκτονικής το Αρχοντικό-Πύργος Τσικαλιώτη, με τη φρουριακή του μορφή
και τον κυκλικό του πύργο στη μια του γωνία. Χτίστηκε στα 1808 και είχε όλες εκείνες τις εγκαταστάσεις για να εξασφαλίσει την αυτονομία διαβίωσης στην οικογένεια σε περίπτωση ανάγκης. Είναι το καλύτερα διατηρημένο προεπαναστατικό αρχοντικό, ολόκληρης της Πελοποννήσου! Αν και επισκέψιμο, εκείνη τη μέρα δεν γινόταν να το επισκεφτούμε. Άλλη φορά! Είμαστε συνηθισμένοι να αφήνουμε εκκρεμότητες σε όλα μας, σχεδόν, τα ταξίδια. Αφορμές για επάνοδο!!
Στη μεγάλη πλατεία κάτσαμε για ένα καφέ στην τσακώνικη «Καλύβα» (Κάλυε το όνομά της). Ο καιρός θαυμάσιος, εκείνος ο καιρός των αλκυονίδων, οπότε δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να κάτσουμε έξω.
Στην πλατεία είναι και η προτομή του Καπετάν Γεωργάκη Μανωλάκη, αρχηγού των Τσακώνων στα χρόνια της επανάστασης.
Εκτός από τα όμορφα κτίρια η βόλτα στον οικισμό προσφέρει και άλλες όμορφες εικόνες,
όπως πύργους,
καμπαναριά που «λογχίζουνε» τον ουρανό και παραδοσιακά μαγαζιά,
μανάβικα,
φούρνους, καφενεία κλπ.
Κάναμε τις βόλτες μας, έβγαλα πολλές φωτογραφίες και γυρίσαμε στο αυτοκίνητο. Ήρθε η ώρα να ανέβουμε στο Πάρνωνα, στο πιο γνωστό, ίσως, χωριό του. Στον Κοσμά και όχι Άγιο Κοσμά, όπως έχω ακούσει πολλούς να το λένε.
Η διαδρομή ακολουθεί το φαράγγι, που σχηματίζει ο Δαφνώνας στην πορεία του, από το βουνό στη θάλασσα.
Βγαίνοντας από το Λεωνίδιο άλλη μια δίγλωσση πινακίδα. Τελειωμό δεν έχουν, αλλά, πραγματικά, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον!!
Όπως έλεγε  η πινακίδα, είχαμε σκοπό να σταματήσουμε να κάνουμε ένα σταυρό στην Έλωνα.
Το μοναστήρι της Παναγίας της Έλωνας είναι μια αετοφωλιά κρεμασμένη στον γκρεμό! Ένα γκρεμό, άβυσσο!! Είναι εκεί από τα μέσα του 17ου αι. ενώ το καθολικό του είναι του 1809. Έγινε πολύ γνωστό, όταν τον Αύγουστο του 2006, κλέψανε την εικόνα της Παναγίας, που όμως βρέθηκε 38 μέρες μετά.
Μικρή παράκαμψη από το δρόμο, οδηγεί σε ένα πλάτωμα, απ’ όπου ξεκινούν τα πολλά σκαλιά που σε φέρνουν στη μονή.
Ανεβαίνει και κατεβαίνεις αρκετές δεκάδες σκαλιά,
μέχρι τα κτίσματα του μοναστηριού.
Αν και γυναικεία μονή,
ένας παπάς μου άνοιξε το καθολικό να μπω. Σε αυτό απαγορεύεται η φωτογράφιση. Άναψα ένα κερί και πάλι πίσω, πάνω κάτω σκάλες.
Αυτό που πραγματικά σε καθηλώνει είναι η θέα προς τα φαράγγια του δαφνώνα και των παραποτάμων του και τα βουνά ένα γύρω.
Τα φαράγγια αυτά και οι μονές Έλωνας και Σίντζας (κι αυτή για την επόμενη φορά!) είναι προστατευόμενη περιοχή από το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο NATURA 2000.
Με τη γλώσσα έξω, μπήκα και πάλι στο αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε.
Σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν σε ένα οροπέδιο και τα πρώτα έλατα έκαναν την εμφάνισή τους.
Φάνηκε και ο Κοσμάς. 1150 μ. υψόμετρο!
Μια μεγάλη, πλακόστρωτη πλατεία, σε δύο επίπεδα, με θέα!
Απίστευτη θέα σε ένα ορίζοντα γεμάτο βουνά! Μέχρι εκεί, που φτάνει το μάτι! 
Έχει και πανύψηλα πλατάνια, γυμνά αυτή την εποχή
και μια τεράστια εκκλησία του 1884, τους Αγίους Αναργύρους.
Στην εξωτερική πλευρά, στη βάση του ιερού, είναι μια μαρμάρινη βρύση με τρεις λεοντοκεφαλές, που χαρίζει παγωμένο νερό σε όποιον σκύψει στη χάρη της!
Ένα γύρω, όλα σχεδόν από πέτρα. Άλλωστε οι Κοσμαδίτες ήταν γνωστοί πετράδες και χτενάδες. Έχτιζαν γερά οικοδομήματα και έφτιαχναν χτένια για τους αργαλειούς. Όλα σχεδόν ήταν κλειστά! Μόνο δύο εστιατόρια ήταν ανοικτά. Διαλέξαμε το ένα και κάτσαμε να φάμε. Πολύ νόστιμο το φαΐ και ακόμα πιο νόστιμα τα ντόπια μανταρίνια, που μας φίλεψαν στο τέλος. 
Ξανά στο αυτοκίνητο για την επιστροφή, με σκοπό να κατέβουμε για καφέ στην Πλάκα, το επίνειο του Λεωνιδίου.
Στην έξοδο του χωριού (ή την είσοδο, όταν έρχεσαι από το Λεωνίδιο) είναι το εντυπωσιακό, πέτρινο σχολείο του χωριού, που στεγάζει και το λαογραφικό μουσείο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν ερχόμασταν δεν μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ενώ φεύγοντας πραγματικά μας εντυπωσίασε, ειδικά βλέποντάς το από κάποια απόσταση.
Στο δρόμο προς τη θάλασσα, ένα γεφύρι, αν και όχι τόσο παλιό, πάνω από τον Δαφνώνα, μου «έγνεψε» για μια στάση και μερικές φωτογραφίες.
Η εικόνα με τα βράχια από πάνω σε καθηλώνει!
Η επόμενη στάση ήταν λίγο πριν την είσοδο στο Λεωνίδιο. Εκεί είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, παλιό κυλινδρικό κτίσμα, ίσως κάποιος παλιός ανεμόμυλος.
Η εικόνα της κωμόπολης με τον βράχο και τους τρεις ανεμόμυλους, τον Δαφνώνα, τον κάμπο και στο βάθος το Μυρτώο πέλαγος είναι τόσο όμορφη!!
«Καλώς εκοπιάσατε», λέει αυτή τη φορά η δίγλωσση πινακίδα.
Μπαίνουμε και πάλι στο Λεωνίδιο, ακολουθώντας τον παραποτάμιο δρόμο, αυτή τη φορά.
Άλλη μια στάση εκεί που έχουν τον παλιό οδοστρωτήρα, υποδειγματικά συντηρημένο και εκτεθειμένο.
Εκεί κοντά βρίσκεται και το Α΄ δημοτικό σχολείο, ένα πολύ όμορφο νεοκλασσικό κτίριο
Σε λίγο στρίψαμε δεξιά, περνώντας μια γέφυρα και πήραμε το δρόμο για Πλάκα και Πούλιθρα.
Άλλη μια πινακίδα, συμβουλευτική αυτή τη φορά.
Σε λίγο φτάσαμε στο γραφικό λιμανάκι της Πλάκας. Και εκεί όλα κλειστά, εκτός από μια ταβέρνα.
Συνεχίζουμε για τα Πούλιθρα. Και εκεί η απόλυτη ερημιά! Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να γυρίσουμε στο Λεωνίδιο, μπας και πιούμε καφέ.
Η ήλιος είχε πάρει την κατηφόρα και έβαφε τον κόκκινο βράχο, ακόμα πιο κόκκινο!
Κάτσαμε στην ίδια πλατεία, αλλά σε άλλο καφενείο.
Ο ουρανός είχε πάρει ένα πολύ έντονο κόκκινο χρώμα
Το βράδυ, σαν φτάσαμε στην Παραλία του Τυρού, κάναμε μια βόλτα στο χωριό.
Στην κεντρική πλατεία, εκτός από την εκκλησία υπάρχει ένα παλιό (αλλά καλοσυντηρημένο) μαγγανοπήγαδο
και ένα εντυπωσιακό σύγχρονο γλυπτό, από γυαλί και σίδερο, της Νεφέλης Κονταρίνη.
Η μέρα ήταν γεμάτη εντυπώσεις, εικόνες, δίγλωσσες πινακίδες και συναισθήματα!
Καληνύχτα!




Για την ημέρα της επιστροφής, είχαμε σχεδιάσει να ανέβουμε στο βουνό, να δούμε δύο, από τα πιο όμορφα, κατά γενική ομολογία, χωριά. Τον Πραστό, την πρωτεύουσα της Τσακωνιάς στα χρόνια της τουρκοκρατίας και την «νησιώτικη» Καστάνιτσα.
Ο καιρός όμως είχε άλλη γνώμη. Τη νύχτα γύρισε με βαριά συννεφιά, αέρα και βροχή. Έτσι είπαμε να το αφήσουμε και να γυρίσουμε στο σπίτι μας. Είπαμε, συνηθισμένοι στις εκκρεμότητες!
Ο κύριος Τάσος, στη διάρκεια του πλούσιου πρωινού, μας απέτρεψε από το να ανεβούμε στον Πάρνωνα με τέτοιο καιρό, γιατί «εκεί πάνω τα πράγματα θα είναι χειρότερα». Μας ζήτησε όμως, αν θέλαμε, να μείνουμε άλλη μια μέρα, χωρίς καμιά χρέωση (δωράκι!!!!!), αλλά εμείς έπρεπε το βράδυ να είμαστε στο σπίτι μας. Οι υποχρεώσεις ποτέ δεν λείπουνε. Άλλωστε με τέτοιο καιρό δεν μπορούσαμε να κάνουμε και πολλά.
Έτσι, μετά το πρωινό, φορτώσαμε και ετοιμαστήκαμε να φύγουμε, όταν ο κύριος Τάσος μας έφερε μια σακούλα γεμάτη πορτοκάλια και λεμόνια, από τον κήπο του και ένα μπουκάλι του 1,5 λίτρου γεμάτο φρέσκες, τσακώνικες ελιές σε νερό για ξεπίκρισμα, σχεδόν έτοιμες! Και μιας και τις είχαμε δοκιμάσει, ξέραμε περί τίνος επρόκειτο.
Αφού ευχαριστήσαμε αυτόν τον ευγενέστατο άνθρωπο, ξεκινήσαμε με βροχούλα και συννεφιά.
Μετά το Ζαρίτσι, ένα υπέροχο ουράνιο τόξο πάνω από τη θάλασσα, ήταν σα να μας έκλεινε ο ουρανός το μάτι!
Δύο μέρες πριν που κατεβαίναμε, είχαμε χάσει πολλές από τις εικόνες στο δρόμο μας, μιας και είχε νυχτώσει. Έτσι στη διαδρομή της επιστροφής είδαμε κάποια ωραία πράγματα.
Στην άκρη μιας χερσονήσου το Αρκαδικό χωριό
και πίσω του ένα ιχθυοτροφείο, πριν ο δρόμος απομακρυνθεί από την ακτογραμμή. Όχι για πολύ.
Μετά το Κορακοβούνι,
ο δρόμος κατεβαίνει μέχρι τον Υγρότοπο του Μουστού, ένα πολύ ενδιαφέρον οικοσύστημα, με αβαθή νερά,
καλαμιώνες και πουλιά.
Πολλά πουλιά! Φυσικά προστατεύεται από το Δίκτυο NATURA 2000.
Η επόμενη στάση ήταν πριν το Κιβέρι της Αργολίδας.
Εκεί είναι ένα φρουριακού τύπου μοναστήρι, που το είχαμε δει όταν πηγαίναμε. Είναι το Ιερό Ησυχαστήριο της Οσίας Μακρίνης, που ήταν όμως κλειστό. Μόνο λίγες φωτογραφίες και η επόμενη στάση ήταν αργά το μεσημέρι στο σπίτι μας.
Αν και το ταξίδι ήταν πολύ μικρό και αφήσαμε πολλές εκκρεμότητες, ήταν ένα ταξίδι, που μας γέμισε τις μπαταρίες, μας θύμισε εικόνες και στιγμές όμορφες, από τα νιάτα μας και μας επιβεβαίωσε πως στην Ελλάδα της κρίσης, μια απόδραση είναι το καλύτερο αντικαταθλιπτικό!
Πάντα τέτοια!!

* Οι πηγές για τα Τσακώνικα είναι:

Η ιστοσελίδα του ξενοδοχείου είναι: http://www.okeanishotel.gr/




Θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια σας!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...