(Συνέχεια από Οίτη, Βαρδούσια, Γκιώνα, Παρνασσός. Ένα τριήμερο στα βουνά της Φωκίδας! Ημέρα 1η)
Βαρδούσια: το 2ο
ψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας και το 7ο της Ελλάδας με ύψος που
φτάνει τα 2495μ. Ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στη Φωκίδα, με ένα μικρό κομμάτι
του να ανήκει στη Φθιώτιδα. Οι αρχαίοι το ονόμαζαν «Κόραξ», όνομα που επιβιώνει
μέχρι σήμερα, μιας και η ψηλότερη κορυφή ονομάζεται «Κόρακας», ενώ ο Στράβωνας
το ονόμαζε «Μέγιστον Όρος», λόγω του ύψους του. Είναι πλούσιο σε νερά και
χλωρίδα και χλωρίδα με τα έλατα, τις βελανιδιές και τους κέδρους να κυριαρχούν.
Λόγω της εποχής το κίτρινο χρώμα και το άρωμα των σπάρτων είναι πανταχού
παρόντα.
Η
μέρα ξημέρωσε ολόλαμπρη.
Η εικόνα της λίμνης από το δωμάτιό μας ήταν απλά μαγική. Μετά από ένα γερό πρωινό ξεκινήσαμε για τη βόλτα της ημέρας, που θα ήταν σχεδόν αποκλειστικά στα Βαρδούσια με ένα συνδυασμό με το γύρο της λίμνης.
Αφού βγήκαμε από το Λιδωρίκι πήραμε το δρόμο προς Αθανάσιο Διάκο, προς τα βόρεια δηλαδή
με τη λίμνη στα αριστερά μας να γεμίζει το βλέμμα μας ομορφιά. Λίγο πριν το Λευκαδίτι κάναμε αριστερά και φτάσαμε στη γέφυρα πάνω από τον Μόρνο.
Μικρή στάση και συνεχίζουμε με το δρόμο να γυρίζει νότια και πάντα δίπλα στο ποτάμι
και μετά τη συμβολή του με τη λίμνη δίπλα της.
Περίπου 7,5χμ από τη γέφυρα είδαμε μια βρύση και πλησιάζοντας ακούσαμε τον έντονο ήχο του νερού που κατρακυλά στην κατηφόρα. Ένα ρέμα που κατεβαίνει ορμητικά την απότομη πλαγιά, σχηματίζοντας διαδοχικούς μικρούς καταρράκτες, περνά κάτω από τη γέφυρα, συνεχίζει να κατεβαίνει την πλαγιά γι να πάει να συναντήσει τη λίμνη. Τα νερά προέρχονται από την Πηγή του Καλλίου, που όπως μάθαμε υδροδοτεί όλη αυτή την περιοχή. Κάποτε ήταν παραπόταμος του Μόρνου, αλλά σήμερα το σημείο συμβολής τους βρίσκεται στο βυθό της λίμνης.
Συνεχίσαμε
για άλλα 8 περίπου χμ πλάι στη λίμνη
και μετά αρχίσαμε να ανηφορίζουμε μπαίνοντας πια στην καρδιά του βουνού.
με πολλές φουρκέτες φτάσαμε στον Δάφνο.
Το
χωριό Δάφνος είναι χτισμένο στα
1000μ περίπου υψόμετρο στην καρδιά των Βαρδουσίων. Μέχρι το 1927 ονομάζονταν
Βοστινίτσα.
Στην πλατεία είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, του 1760. Εκεί είναι κι ένα καφενείο, που παραδόξως ήταν ανοικτό, είχε και δύο πελάτες, ντόπιους, με τους οποίους πιάσαμε κουβέντα πίνοντας το αναψυκτικό μας και μάθαμε αρκετά για το χωριό και την περιοχή.
Αφού
απολαύσαμε την παχιά σκιά του τεράστιου πλάτανου και πήραμε τις πληροφορίες που
χρειαζόμασταν, μπήκαμε στο αυτοκίνητο για τη συνέχεια, που είχε περίπου 7,5χμ
μέτριου χωματόδρομου μέχρι το Διχώρι, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1120μ και μέχρι
το 1927 ονομάζονταν Κωστάρ(ι)τσα.
Η διαδρομή, αν και όχι τόσο άνετη, όσο αν ήταν ασφάλτινη, ήταν πολύ ωραία.
Στο
Διχώρι δεν μπήκαμε στο χωριό,
αλλά κάναμε μια μικρή στάση έξω από αυτό σε σημείο με μια εκκλησία και μια βρύση, για να ξεδιψάσουμε και να γεμίσουμε το παγούρι μας με κρύο, ολόφρεσκο, βουνίσιο νερό.
Άλλα
17χμ, ασφάλτινα αυτά προς τα βόρεια και μπήκαμε στην Αρτοτίνα.
Η Αρτοτίνα βρίσκεται σε πλαγιά στα Β.Δ. των Βαρδουσίων, των οποίων αγναντεύει την κορυφή Κόρακα (2495μ), σε υψόμετρο μεταξύ 1100 ως 1350μ με την πλατεία να βρίσκεται στα 1180μ.
Στην πλατεία σταματήσαμε κι εμείς. Όπως και στα περισσότερα χωριά τα πάντα ήταν κλειστά και έρημα. Μόνο ένας θηριώδης, αλλά ευτυχώς φιλικός σκύλος μας πλησίασε, ενώ τριγυρνούσε στην πλατεία.
Η πέτρινη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου δεσπόζει στην πλατεία,
στην οποία υπάρχουν δύο μνημεία και η προτομή του Αθανάσιου Διάκου. Γιατί και η Αρτοτίνα διεκδικεί την πατρότητα του ήρωα. Τα δύο χωριά (Αθανάσιος Διάκος και Αρτοτίνα) τσακώνονται για το που γεννήθηκε ο ήρωας και οριστική και θεμελιωμένη απάντηση δεν υπάρχει. Το σίγουρο είναι πως μόνασε στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, που είναι έξω από την Αρτοτίνα, πριν πάρει τα όπλα σαν επαναστάτης.
Μιας
και τα πάντα ήταν κλειστά συνεχίσαμε το δρόμο μας προς τα βόρεια.
Μετά από 7χμ είδαμε μια γέφυρα και μια πινακίδα: «Γέφυρα Ευήνου». Ναι, ο Εύηνος, που έχουμε συναντήσει πολλές φορές στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας. Πηγάζει από τα Βαρδούσια και αφού διασχίσει μεγάλο μέρος του νομού αυτού χύνεται στον Πατραϊκό κόλπο ανατολικά της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου. Στο σημείο αυτό θα αφήναμε για λίγο της Φωκίδα για να μπούμε στην Αιτωλοακαρνανία, με τελικό προορισμό τη Γραμμένη Οξυά, 5.5χμ βόρεια της γέφυρας, από ένα δρόμο με πολλές λακκούβες και ακόμα περισσότερες φουρκέτες,
αλλά με καταπληκτική θέα στις κορφές των Βαρδουσίων.
Η
Γραμμένη Οξυά είναι χωριό της Ναυπακτίας,
χτισμένο στα 1130μ υψόμετρο στην ανατολική μεριά του βουνού Οξυά. Μέχρι το 1927
το λέγανε Σιτίστα.
Η πλατεία έχει ένα πολύ μεγάλο πλάτανο και δύο μαγαζιά. Και όχι, δεν το βρήκατε. Ήταν και τα δύο ανοικτά(!!!!!!!) Θαύμα!. Έτσι βρήκαμε να κάτσουμε, να χορτάσουμε την πείνα μας και σωστά ποιώντας, να πιούμε και καφέ γιατί είχε «καεί η γούνα» μας και μάλλον δεν θα είχαμε άλλη ευκαιρία να βρούμε κάτι ανοικτό, πράγμα που επαληθεύτηκε.
Πέρασε
η ώρα στη σκιά του πλάτανου και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε, παίρνοντας το δρόμο
της επιστροφής, προς τα νότια αυτή τη φορά. Μετά από σχεδόν μία ώρα και 31χμ φτάσαμε
στο χωριό της Μαρίας της Πενταγιώτισσας.
Οι
Πενταγιοί ή Πενταγιού κατά τους ντόπιους, είναι σε υψόμετρο 950μ και περίπου
20χμ νότια της Αρτοτίνας.
Πολύ όμορφο χωριό με μια ωραία πλατεία που «σκεπάζεται» ολόκληρη από τον τεράστιο πλάτανο.
Στην πλατεία βρίσκεται ο μεγάλος, πέτρινος και υπερυψωμένος ναός των Ταξιαρχών. Στη βάση του ιερού είναι μια βρύση και το ηρώο του χωριού
ενώ γύρω βλέπουν ο ξενώνας και κάποια μαγαζιά του, όλα κλειστά. Εδώ μόνο ένα γατάκι μας πλησίασε και δέχτηκε μόνο τα χάδια μας, μιας και κάτι άλλο δεν είχαμε να του δώσουμε.
Το
χωριό είναι διάσημο σαν η γενέτειρα της Μαρίας Δασκαλοπούλου (1821-1885),
γνωστή σαν Μαρίας της Πενταγιώτισσας, που υπήρξε θρυλική για την ομορφιά, αλλά
και για τα ερωτικά της σκάνδαλα με αποτέλεσμα η ζωή της να γίνει τραγούδι,
θεατρικό έργο, αλλά και ταινία.
Μιας
και δεν είχε τίποτα να κάτσουμε φύγαμε για το τελευταίο χωριό που είχαμε κατά
νου να επισκεφτούμε εκείνη τη μέρα.
11χμ νότια είναι το χωριό Κροκύλειο, η γενέτειρα του Στρατηγού Μακρυγιάννη (1797-1864). Χτισμένο σε υψόμετρο 840μ, ονομάζονταν μέχρι το 1915 Παλαιοκάτουνο
Στην είσοδο του χωριού είναι η «Μεγάλη Βρύση» που αποτελείται από πέντε πέτρινες βρύσες, οι οποίες κατασκευάστηκαν το 1899 για να αντικαταστήσουν τη μία που υπήρχε έως τότε. Σπάνιο αν όχι μοναδικό, το γεγονός ότι πάνω από κάθε κρήνη υπάρχουν σκαλισμένες οι πέτρινες προτομές των προκρίτων της εποχής. Σταματήσαμε έξω από την πλατεία του χωριού
με την εκκλησία του Άη Γιώργη, του 1857,
τον πλάτανο και τα όμορφα κτίρια.
Από εκεί έχεις ωραίες εικόνες του χωριού προς όλες τις μεριές. Και σε αυτό το χωριό τα πάντα κλειστά. Έτσι μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να γυρίσουμε στο Λιδωρίκι.
Στην έξοδο του χωριού είδαμε το πρώτο μνημείο που στήθηκε στην Ελλάδα το 1961 προς τιμήν του Στρατηγού Μακρυγιάννη.
Μετά από 13,5χμ νοτιοανατολικά φτάσαμε στο φράγμα της λίμνης του Μόρνου. Κάναμε μια μικρή στάση για φωτογραφίες.
Κατασκευάστηκε
μεταξύ 1972 και 1979 δημιουργώντας τη λίμνη, που άρχισε να χρησιμοποιείται το
1981 για τις ανάγκες ύδρευσης της Αθήνας.
Συνεχίσαμε
για άλλα 26χμ προς τα ανατολικά, ακολουθώντας τη νότια όχθη της λίμνης και
φτάσαμε στο δωμάτιό μας.
Εκεί
τελείωσε η δεύτερη μέρα στα βουνά της Φωκίδας (και λίγο της Αιτωλοακαρνανίας).
Κουρασμένοι δεν βγήκαμε καθόλου. Το βράδυ φάγαμε κάποια πράγματα που είχαμε
πάρει από τη Γραμμένη Οξυά, απολαμβάνοντας τις βραδινές, αλλά και τις νυχτερινές
εικόνες της λίμνης.
Καληνύχτα
βουνά της Φωκίδας, καληνύχτα λίμνη!
Οι διαδρομές την 2ης μέρας
(το ταξίδι συνεχίζεται )
θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια σας
.jpg)














Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου