Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Η μαύρη γάτα της Ρίγας! α΄


Λευκές Νύχτες, Μέρος 4ο

(συνέχεια από Στο δρόμο για τη Ρίγα!)

23 Ιουνίου 2015


Η μέρα ξεκίνησε βροχερή και πήγε έτσι μέχρι το τέλος της, με μερικά μικρά διαλείμματα στεγνού καιρού. Δεν έχω χειρότερο στα ταξίδια μου από τη βροχή. Αλλά τι να κάνουμε; Βάλαμε κάτω χάρτες και οδηγούς και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από το πιο παλιό κομμάτι της πόλης, αυτό ανάμεσα στον ποταμό Daugava και το κανάλι, που τη διασχίζει και θα βλέπαμε.


Η Ρίγα (Rĩga) είναι η μεγαλύτερη πόλη της Βαλτικής και υπήρξε πάντα σημαντική σε όλη την πολυτάραχη ιστορία της. Είναι οι Γερμανοί από τη Βρέμη και το Λίμπεκ, που ίδρυσαν ουσιαστικά την πόλη στη θέση ενός μικρού, ψαράδικου χωριού πάνω στο ποταμό Daugava, τον 12ο αι, αν και υπάρχουν χρονικά που μαρτυρούν πως το ακμαίο λιμάνι υπήρχε πολύ πριν αυτούς. Λίγα χρόνια μετά (1201), ένας επίσκοπος από τη Βρέμη θεμελίωσε το πρώτο οχυρό, σαν μέρος της σταυροφορίας του ενάντια στους ειδωλολάτρες του βορρά (είχαν αποτύχει κάποιες άλλες απόπειρες πριν). Η Ρίγα υπήρξε έδρα του Τάγματος των Ιπποτών του Ξίφους. Γρήγορα η πόλη έγινε σημαντική στον εμπορικό δρόμο μεταξύ των Ρώσων και της Δύσης. Με μικρά διαστήματα ανεξαρτησίας η Λιβονία-Λετονία, υπήρξε κατακτημένο έδαφος Πολωνών, Σουηδών και Ρώσων με μικρότερο ή μεγαλύτερο, κάθε φορά, βαθμό αυτονομίας. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι την «τραυμάτισαν» πολύ σοβαρά, ενώ μετά τον δεύτερο έγινε Σοβιετική Δημοκρατία. Η Ρίγα αναπτύχθηκε βιομηχανικά και οικιστικά, προσελκύοντας ανθρώπους από ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση. Συνακόλουθα αναπτύχθηκε πολιτιστικά. Αυτή, εν ολίγοις είναι η ιστορία της Λετονίας και της πρωτεύουσας της, που είχαμε έρθει να γνωρίσουμε.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο στο νότιο κομμάτι της παλιάς πόλης, κοντά στον Άγιο Πέτρο.
Ο γοτθικός Άγιος Πέτρος (Sv Pētera baznĩca), με το ψηλό καμπαναριό του, δεσπόζει σε αυτή τη μεριά. Ανακατασκευάστηκε αρκετές φορές, λόγω καταστροφών και σήμερα έχει αυτή τη μορφή, φτιαγμένος από τούβλα, όπως πολλά κτίρια στα βόρεια της ηπείρου μας.
Μέσα είναι αρκετά λιτός
με μια έκθεση αρχαιολογικών ευρημάτων στη μια πλευρά του.
Το πορτρέτο του Λούθηρου δεσπόζει στο χώρο.
Κυριότερα διακοσμητικά στοιχεία του ναού είναι οι  θυρεοί των ευγενών, που είναι αναρτημένοι σε διάφορα σημεία.
Από τον Άγιο Πέτρο κατηφορίσαμε ένα τετράγωνο παρακάτω μέχρι την πλατεία του Δημαρχείου (Rātslaukums). Δύο κτίρια δεσπόζουν στην πλατεία.
Το ένα είναι το Δημαρχείο,
κτίσμα του 2002 και το άλλο ακριβώς απέναντι
είναι ο οίκος της αδελφότητας των Μαυροκέφαλων (Melngalvju nams), των ανύπαντρων, δηλαδή, εμπόρων, που φτιάχτηκε το 1344, καταστράφηκε το 1941, κατεδαφίστηκε το 1948 και ξαναχτίστηκε το 2001, για τον εορτασμό των 800 χρόνων της πόλης.
Αυτό το δεύτερο κτίριο είναι περίτεχνα στολισμένο και είναι ένα διαμάντι μεσαιωνικής τέχνης (Είδαμε και στο Ταλλίν τον εκεί οίκο της αδελφότητας
Μπροστά του είναι το αντίγραφο του αγάλματος του Ρολάνδου, ιππότη του μεσαίωνα, υπερασπιστή των κατηγορουμένων, κάτι σαν σύμβολο δικαιοσύνης (το πρωτότυπο βρίσκεται μέσα στο ναό του Αγ. Πέτρου, βλ. φωτογραφία πιο πάνω).
Πάνω από την πλατεία του Δημαρχείου, είναι μια άλλη μικρότερη κατειλημμένη
στο μισό από μια αγορά χειροτεχνημάτων και αναμνηστικών
και στο άλλο μισό από εντυπωσιακά, μικρά και μεγάλα γλυπτά φτιαγμένα από πέτρα και μέταλλο, κυρίως ζώων.
Ανάμεσά τους, μέσα σε γυάλινο «κουτί», ένα μοντέρνο γλυπτό, φτιαγμένο στα πλαίσια της «Ρίγα, πρωτεύουσα των στολισμένων Χριστουγεννιάτικων δέντρων» (!!!!!), όπως μας πληροφορεί σχετική επιγραφή στην κορυφή του.
Εκεί κάτσαμε να πιούμε ένα καφέ και να τσιμπήσουμε κάτι για τη λιγούρα. Φεύγοντας κάναμε κι εμείς μερικά ψώνια από την αγορά των αναμνηστικών.
Μέσα από γραφικά στενάκια,
φτάσαμε στην πλατεία του Καθεδρικού (Doma Laukums). Ο Καθεδρικός ναός (Rĩgas Doms), στέκει εκεί από τις αρχές του 13ου αι.
Εξωτερικά δεν μπορέσαμε να τον δούμε καλά γιατί διάφορα κομμάτια του ήταν μπαταρισμένα λόγω εργασιών συντήρησης.
Μέσα η διακόσμηση
είναι περιορισμένη
με σημαντικότερα τα βιτρό ένα γύρω.
Έχει όμως ένα περιστύλιο
στο οποίο είναι συγκεντρωμένα μεταλλικά τμήματα παλιότερων εποχών.
Ενδιαφέρουσα είναι και η πόρτα που οδηγεί από αυτό στον ναό.
Βγαίνοντας από τον καθεδρικό, περάσαμε από το Μουσείο Ιστορίας της Ρίγας και Ναυσιπλοΐας (Rĩgas vēstures un kuģniecĩbas muzejs), που ιδρύθηκε το 1773 και στεγάζεται σε ένα από τα κτίρια του πρώην μοναστηριού, που υπήρχε δίπλα στο ναό και ξεκινήσαμε για τις αποβάθρες, δίπλα στο ποτάμι.
Φτάσαμε και είδαμε πως ο δρόμος, δίπλα στο ποτάμι ήταν κλειστός για να γίνουν κάποιες εκδηλώσεις.
Έχουν περάσει δύο ημέρες από το θερινό ηλιοστάσιο και τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Όμως πολλοί λαοί (ανάμεσά τους και ο δικός μας) συνηθίζουν να γιορτάζουν τη μεγαλύτερη μέρα στις 23 και 24 Ιουνίου (του Αη Γιαννιού σε μας, που πηδάνε τις φωτιές). Έτσι και στη Λετονία έχουν πανάρχαια παγανιστικά έθιμα και τα γιορτάζουν με αφορμή το θερινό ηλιοστάσιο αυτές τις δύο ημερομηνίες τις οποίες ονομάζουν Lĩgo (23/6) και Jāņi (24/6). Ήτανε λοιπόν εκείνη η μέρα των εορτασμών του Lĩgo.
Είχαμε δει κάποια πανό αλλά αυτό που μας έκανε εντύπωση και το είδαμε σχεδόν παντού,
είναι το έθιμο οι νέοι εκείνες τις μέρες να φορούν στο κεφάλι στεφάνια με λουλούδια οι κοπέλες
και με φύλλα τα αγόρια. Είδαμε πάρα πολλές κοπέλες και λιγότερα αγόρια με τα στεφάνια στο κεφάλι
ακόμα και σε ώρα δουλειάς. Για εκείνο το βράδυ, παραδοσιακά γιορτάζουν με μεγάλη συναυλία, χορό, φαγητό και ποτό στις αποβάθρες, στην όχθη του ποταμού.
Μια πολύ μεγάλη εξέδρα για τη συναυλία,
μεγάλοι σωροί από ξύλα, για τις παραδοσιακές φωτιές,
καντίνες
και πολλά, μα πάρα πολλά ουρητήρια (η μπύρα βλέπετε!).
Για εκεί κινήσαμε κι εμείς μετά τον Καθεδρικό.
Εκείνη την ώρα κάνανε πρόβες και, 
(ένα μικρό βίντεο από τις πρόβες, αρκετά κακής ποιότητας)
παρόλη τη βροχή, κάτσαμε για λίγο να τους ακούσουμε.
Δεν είχε νόημα να καθόμαστε στη βροχή και να μη συνεχίσουμε.
Λίγο πιο εκεί, στο πάρκο, δίπλα στην όχθη του ποταμού, είναι ένα γυάλινο κουτί μέσα στο οποίο υπάρχει ένα μεγάλο άγαλμα ενός «γίγαντα», που κουβαλά στον ώμο ένα μικρό παιδί. Είναι ο Μεγάλος Χριστόφορος (Lielais Kristaps) και ο θρύλος που τον συνδέει με τη Ρίγα, είναι μια προσαρμογή του θρύλου του Άγιου Χριστόφορου.
Μια πινακίδα πάνω στο κουτί, περιγράφει το θρύλο του Lielais Kristaps. Λέει περίπου τα παρακάτω:
«Κάποτε, πολύ πριν ιδρυθεί η Ρίγα, ένας ψηλός, δυνατός άντρας, που τον έλεγαν Lielais Kristaps, μετέφερε ανθρώπους από την μια όχθη του ποταμού Daugava, στην άλλη. Ζούσε στην καλύβα του στη δεξιά όχθη.
Ένα βράδυ που κοιμόταν, άκουσε ένα παιδί να κλαίει στην αντίπερα όχθη. Σηκώθηκε και πέρασε απέναντι να πάρει το παιδί. Το έβαλε στον ώμο και ξεκίνησε. Όσο προχωρούσε το βάρος του παιδιού μεγάλωνε, τόσο, που έγινε ασήκωτο. Με το ζόρι έφτασε και άφησε το παιδί κάτω, πέφτοντας για ύπνο και ο ίδιος.
Το πρωί βρήκε νομίσματα στη θέση που είχε αφήσει το παιδί. Όταν πέθανε, τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την ίδρυση της Ρίγα, με το πρώτο κτίριο να χτίζεται στη θέση της καλύβας του Kristaps.
Το 1997 ο Gint Upitis πρόσθεσε ένα αντίγραφο του αρχικού ξύλινου γλυπτού, που έφτιαξε το 1693 ο Michael Brinkman. Το αρχικό άγαλμα είναι στο Μουσείο Ιστορίας της Ρίγας και Ναυσιπλοΐας»
Απέναντι από τον Lielais Kristaps είναι το Κάστρο της Ρίγας(Rĩgas Pils) του 1330.
Υπήρξε το αρχηγείο του Λιβονιανού Τάγματος και κατοικία του Μεγάλου Μαγίστρου του.
Σήμερα είναι η κατοικία του Προέδρου της χώρας. Στον ίδιο χώρο υπάρχουν και κάποια μουσεία, που είναι και οι μοναδικοί χώροι του Κάστρου, που μπορεί κάποιος να επισκεφτεί.
Μπροστά στο κάστρο είναι η ομώνυμη πλατεία-πάρκο (Pils Laukums).

Στην άκρη αυτής της πλατείας, πίσω από το κάστρο, λογχίζει το ουρανό το καμπαναριό της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας της Παναγίας (Sāpju Dievmātes Romas katoļu baznĩca), του 1785,
ενώ στο διπλανό τετράγωνο είναι η Αγγλικανική εκκλησία του Σωτήρα.
Μέσα από τα σοκάκια βγήκαμε και πάλι στην πλατεία του καθεδρικού και μιας και το μεσημέρι είχε προχωρήσει αρκετά κάτσαμε να φάμε
με θέα το ναό, αλλά και όλα τα άλλα γύρω μας,
όπως το τεράστιο, εντυπωσιακό γκράφιτι, ακριβώς απέναντι. Πολύ καλό φαΐ, αλλά πολύ ακριβό.
Ανάμεσα στην πλατεία του Καθεδρικού και το κάστρο είναι οι «τρεις αδελφοί» (Trĩs brāļi), τρία γραφικά κτίρια, που στέκουν το ένα δίπλα στο άλλο στους αριθμούς 17, 19 και 21 του δρόμου Mazā Pils iela.
Αυτό στο Νο 17 είναι του 15ου αι και είναι το παλιότερο της Λετονίας.
Αυτό στο Νο 19 είναι του 1646, με θύρα του 1746 και στεγάζει το Μουσείο Αρχιτεκτονικής.
Στο Νο 21 είναι το μπαρόκ κτίριο του 17ου αι.
Δύο τετράγωνα από εκεί περάσαμε από τον Ρωμαιοκαθολικό Καθεδρικό ναό του Αγίου Ιακώβου (Svētā Jēkaba katedrāle), των αρχών του 13ου αι.
Δίπλα του είναι το Λετονικό Κοινοβούλιο.
Δεξιά μας, στενά πλακόστρωτα οδηγούν προς τα ανατολικά.
Συνεχίζοντας φτάσαμε στην οδό Torna iela. Μπροστά της η μεγάλη πλατεία του Αγίου Ιακώβου (Jēkaba Laukums)
και αριστερά η αίθουσα τέχνης Arsenāls, παράρτημα του Εθνικού Μουσείου Τέχνης (Εθνική Πινακοθήκη). Το κτίριο που τη στεγάζει ήταν παλιά αποθήκη τελωνείου και οπλοστάσιο. Δεξιά ο ίδιος δρόμος πάει προς τα ανατολικά.
Ακολουθώντας τον, είδαμε τη Σουηδική Πύλη (Zviedru vārti), του 1698, τη μοναδική πύλη, που σώζεται από τις παλαιές οχυρώσεις της πόλης.
Ένα μέρος των οχυρώσεων σώζεται συντηρημένο στη συνέχεια και φτάνει
μέχρι τον Πύργο της πυρίτιδας (Pulvertornis), που είναι ο μόνος από τους 18 των παλιών οχυρώσεων και στέκει εκεί από τον 14ο αι.
Φτάσαμε σε λίγο στην πλατεία Lĩvu (Lĩvu Laukums). Η πλατεία αυτή φτιάχτηκε μετά τον Β΄ Π.Π. στη θέση κατεστραμμένων κτιρίων.
Γύρω της όμως, έχουν σωθεί κάποια δείγματα κτιρίων πολύ εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής.
Τέτοια είναι η Μικρή Συντεχνία (Mazā Ģilde), του 1864, το κτίριο της συντεχνίας των μαστόρων
και η Μεγάλη Συντεχνία (Lielā Ģilde), του 1854, το κτίριο της συντεχνίας των εμπόρων, που σήμερα στεγάζει την αίθουσα συναυλιών της Φιλαρμονικής ορχήστρας της πόλης.
Ένα άλλο κτίριο, που έχει γίνει «έμβλημα» της πόλης είναι το Σπίτι με τις Γάτες (kaķu nams), το σπίτι που έφτιαξε ένας πλούσιος έμπορος το 1909, σε μεσαιωνικό στυλ, αλλά με πολλά στοιχεία Αρ Νουβό,
όπως η είσοδος
και οι δύο αγριεμένες μαύρες γάτες στη σκεπή.
Εκεί, σ΄αυτή την πλατεία, κάτσαμε να ξαποστάσουμε και να πιούμε ένα καφέ, χαζεύοντας τα τεκταινόμενα γύρω μας και αποφεύγοντας για λίγο τη βροχή, που κάθε τόσο έκανε αισθητή την υγρή παρουσία της.
Ξεκουραστήκαμε, στεγνώσαμε και κάποια στιγμή που δεν έβρεχε, σηκωθήκαμε να συνεχίσουμε. Ο δρόμος Kaļķu iela ξεκινά από την πλατεία και πάει ανατολικά.
Γίνεται Brĩvĩbas iela, φτάνει στο βάθος σε μια πλατεία με ένα πολύ ψηλό μνημείο, το μνημείο της Ελευθερίας (Brĩvĩbas piemineklis), και συνεχίζει σαν Brĩvĩbas bulvāris.
Ακολουθήσαμε και εμείς αυτή τη διαδρομή για να δούμε το μνημείο.
Φτάνοντας στην πλατεία του μνημείου είδαμε στα δεξιά μας ένα ρολόϊ. Το Ρολόϊ Laima, που διαφημίζει το διασημότερο ζαχαροπλαστείο της πόλης, που προσφέρει τα γλυκά του από το 1870. Είναι από τα πιο γνωστά σημεία συνάντησης για ντόπιους και ξένους.
Δίπλα του είναι το όμορφο κτίριο του εστιατορίου Kolonāde Mūsu stāsti. Στο κέντρο της πλατείας στέκει το μνημείο της Ελευθερίας. Κατασκευάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 για να τιμήσει αυτούς που έπεσαν στη διάρκεια τους αγώνα για την ανεξαρτησία της Λετονίας (1918-20). Είναι λοιπόν, σύμβολο ανεξαρτησίας, ελευθερίας και ενότητας της χώρας.
Είναι φτιαγμένο από Γρανίτη, τραβερτίνη και χαλκό. Έχει ύψος σχεδόν 43 μ
και έχει πάνω του 56 γλυπτές φιγούρες
σε 13 συνθέσεις, που αφηγούνται την ιστορία και την κουλτούρα της Λετονίας.
Έχει τη μορφή οβελίσκου,
που στην κορυφή έχει μια γυναικεία μορφή, που κρατά στα υψωμένα χέρια της τρία αστέρια. Είναι το σημείο, όπου γίνονται οι πολιτικές συγκεντρώσεις και οι διαδηλώσεις στη Ρίγα.
Η πλατεία του μνημείου είναι ακριβώς πάνω από το κανάλι που ξεκινώντας και καταλήγοντας στο ποτάμι είναι σα να κόβει ένα κομμάτι, ένα «νησί» από την πόλη, πάνω στο οποίο είναι όλη η παλιά πόλη.
Σχεδόν σε όλο του το μήκος το κανάλι διαρρέει ένα πολύ μεγάλο και πολύ όμορφο πάρκο, γεμάτο δέντρα, λουλούδια και πολλά γλυπτά.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει για τα καλά, η κούραση βάραινε αρκετά και η βροχή πότε σταμάταγε, πότε αρχίναγε. Αποφασίσαμε πως με τέτοιες συνθήκες δεν ήταν να πάμε για τις εκδηλώσεις. Έτσι κινήσαμε για το αυτοκίνητο.
Περάσαμε απέναντι από την Εθνική Όπερα της Λετονίας (Latvijas Nacionālā opera) και τότε άρχισε να δυναμώνει η βροχή.
Χωθήκαμε σε ένα εμπορικό κέντρο για να γλυτώσουμε το πολύ νερό και με την ευκαιρία να ψωνίσουμε και κάποια πραγματάκια από ένα Σούπερ Μάρκετ, εκεί μέσα. Ευτυχώς στο επόμενο τετράγωνο ήταν το αυτοκίνητο. Μπήκαμε μέσα μούσκεμα και σε λίγο βγάζαμε τα βρεγμένα στο δωμάτιό μας. Εν τω μεταξύ ανοίξανε οι ουρανοί και έριχνε με το τουλούμι. Αφού κάναμε ένα μπανάκι και φορέσαμε στεγνά ρούχα. Κάτσαμε να τσιμπήσουμε κάτι από αυτά που ψωνίσαμε και ανοίξαμε την τηλεόραση. Είχε σε απευθείας μετάδοση τη συναυλία. Ωραία συναυλία, ωραία μουσική, ωραίοι μουσικοί ντυμένοι με παραδοσιακές στολές και στεφάνια στα μαλλιά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οι Λετονοί. Χιλιάδες κόσμου με αδιάβροχα και ομπρέλες, γέροι, νέοι και παιδιά, απτόητοι από το νερό, που έπεφτε, τραγούδαγαν, χόρευαν, έτρωγαν και έπιναν (!!!!!). Συνηθισμένοι βλέπεις, μιας και ζούνε σε ένα τόπο, που, όπως φαίνεται, συχνά πυκνά τους «τα κάνει μούσκεμα».
Ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αύριο πέσαμε ξεροί για ύπνο. Καληνύχτα!


 (το ταξίδι συνεχίζεται Η μαύρη γάτα της Ρίγας! β΄)

Θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια σας.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...