(συνέχεια από Στρογγύλη, Θήρα, Σάντα Ιρίνα, Σαντορίνη! ημέρα 2η - β. στα βόρεια)
18 Μαρτίου 2026
Η
τρίτη μέρα ήταν αφιερωμένη στο νότιο κομμάτι του νησιού και στο σημαντικότερο,
κατά τη γνώμη μου, αξιοθέατο και ένα από τα σημαντικότερα της Ελλάδας
γενικότερα. Την προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου.
Είναι ένας από τους σημαντικότερους προϊστορικούς οικισμούς του
Αιγαίου, που κατοικήθηκε από το 4500 π.Χ. περίπου μέχρι τον 17ο αιώνα π.Χ.
Στους 3 τελευταίους αιώνες επεκτάθηκε
και σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα από τα κύρια αστικά κέντρα και λιμάνια του
Αιγαίου. Η μεγάλη έκταση του οικισμού, το περίτεχνο σύστημα αποστράγγισης, τα
περίτεχνα πολυώροφα κτίρια με τις υπέροχες τοιχογραφίες, έπιπλα και σκεύη,
δείχνουν τη μεγάλη του ανάπτυξη και ευημερία. Το Ακρωτήρι είχε εμπορικές
σχέσεις με την Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, τη Συρία
και την Αίγυπτο. Η ζωή της πόλης έλαβε απότομο τέλος στα τέλη του 17ου αιώνα
π.Χ., όταν οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν λόγω ισχυρών σεισμών.
Ακολούθησε η έκρηξη. Τα ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν ολόκληρο το νησί και την ίδια
την πόλη.
Αυτά τα υλικά, ωστόσο, έχουν προστατεύσει μέχρι σήμερα τα κτίρια
και το περιεχόμενό τους, όπως ακριβώς, πολλούς αιώνες μετά, στην Πομπηία.
Τα πρώτα στοιχεία κατοίκησης του χώρου άρχισαν να έρχονται
σποραδικά στο φως από Γάλλους, κυρίως μηχανικούς, το δεύτερο μισό του 19ου
αι., όταν η ανάγκη για θηραϊκή γη στην κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ από
τους Γάλλους, τους έφερε στο νησί.
Η συστηματική ανασκαφή άρχισε το 1967 από τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο και όταν αυτός πέθανε το 1974 ανέλαβε την ανασκαφή ο καθηγητής Χρήστος Ντούμας.
Ο χώρος έχει καλυφθεί από ένα σύγχρονο στέγαστρο και ένας ξύλινος διάδρομος ορίζει τη διαδρομή επίσκεψης, κατά μήκος του οποίου υπάρχουν αρκετές κατατοπιστικές πινακίδες. Εξωτερικά ο χώρος δεν φαίνεται σαν τέτοιος μιας και το στέγαστρο έχει καλυφθεί με πέτρα, ξύλο και χώμα.
Παρκάραμε απ’ έξω, πήραμε εισιτήρια και μπήκαμε.
Η (πανοραμική) εικόνα μπαίνοντας είναι πολύ εντυπωσιακή,
ενώ μια μεγάλη μακέτα του χώρου, δίνει μια πρώτη, αλλά γενική εικόνα του.
Ξεκινήσαμε πηγαίνοντας προς τα δεξιά.
Πρώτα βλέπει κανείς την Ξεστή 4,που είναι ένα μεγαλόπρεπο τριώροφο οικοδόμημα,
το μεγαλύτερο που ανασκάφηκε ως τώρα.
Όλες του οι όψεις είναι επενδυμένες με λαξευτούς ορθογώνιους όγκους τόφου. Τα θραύσματα των τοιχογραφιών που ήλθαν στο φως ως σήμερα ανήκουν σε μία σύνθεση που στόλιζε το κλιμακοστάσιο της εισόδου και απεικονίζουν πομπή δωροφόρων ανδρών σε φυσικό μέγεθος να ανεβαίνουν σε βαθμίδες κλίμακας. Πρόκειται πιθανότατα για δημόσιο κτήριο, όπως αποδεικνύουν το ασυνήθιστα μεγάλο του μέγεθος, η εντυπωσιακή εξωτερική του εμφάνιση και ο τοιχογραφικός του διάκοσμος.*
Ακολουθεί η Πλατεία του
Κενοταφίου,
το βόρειο κτίριο του Τομέα Δ με το κλιμακοστάσιο
και τα κτίρια του Τομέα Α,
στα δωμάτια των οποίων βρέθηκαν μεγάλοι πίθοι,
αλλά και «ξύλινα κρεβάτια», δηλ. τα αρνητικά τους που είχαν εγκλωβιστεί στο στρώμα της ελαφρόπετρας και στα οποία με έκχυση γύψου κατασκεύασαν εκμαγεία, που τα βλέπουμε σήμερα.
Στη συνέχεια η Οικία των Γυναικών. Στο κτήριο αυτό βρέθηκε η τοιχογραφία των Γυναικών και των Παπύρων στην οποία οφείλει και το όνομά του. Πρόκειται για ένα μεγάλο διώροφο οικοδόμημα, το πιο ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό στοιχείο του οποίου είναι ο φωταγωγός στο κέντρο του.*
Η Δυτική Οικία είναι ένα σχετικά μικρό, αλλά καλά οργανωμένο κτίριο.
Στο ισόγειο υπάρχουν αποθήκες, εργαστήρια, κουζίνα και εγκατάσταση μύλου. Ο πρώτος όροφος καταλαμβάνεται από έναν ευρύχωρο θάλαμο που χρησιμοποιείται για υφαντικές δραστηριότητες, ένα δωμάτιο για την αποθήκευση κυρίως πήλινων σκευών, μια τουαλέτα και δύο δωμάτια, το ένα δίπλα στο άλλο, διακοσμημένα με υπέροχες τοιχογραφίες. Το πρώτο ήταν διακοσμημένο με τις δύο τοιχογραφίες των Ψαράδων, την τοιχογραφία της Νεαρής Ιέρειας και τη διάσημη μικροσκοπική ζωφόρο του Στόλου. Η τελευταία διέτρεχε και τους τέσσερις τοίχους και απεικόνιζε ένα μεγάλο υπερπόντιο ταξίδι, κατά τη διάρκεια του οποίου ο στόλος επισκέφθηκε πολλά λιμάνια και πόλεις. Το βραχώδες τοπίο, η διαμόρφωση του λιμανιού και τα πολυώροφα κτίρια ταυτίζουν το λιμάνι, που είναι ο τελικός προορισμός του στόλου, με τον προϊστορικό οικισμό στο Ακρωτήρι. Οι τοίχοι του δεύτερου δωματίου ήταν διακοσμημένοι με ένα μόνο μοτίβο που επαναλαμβανόταν οκτώ φορές. Αυτό το μοτίβο ταυτίζεται με την καμπίνα στην πρύμνη των πλοίων που απεικονίζονται στη μικροσκοπική ζωφόρο.*
Συνεχίζοντας βλέπουμε το δυτικό κτίριο του Τομέα Δ
με το Άνδηρο των κλινών δίπλα του. Εκεί είχαν τοποθετήσει πρόχειρα κάποια αντικείμενα μετά το σεισμό και πριν την έκρηξη. Ανάμεσά τους και τα τρία κρεβάτια.
Το κτίριο Γ,
την Ξεστή 3, ένα μεγάλο, διώροφο τουλάχιστον, κτήριο με 14 δωμάτια σε κάθε όροφο. Πολλά από τα δωμάτια συνδέονται μεταξύ τους με πολύθυρα και είναι τοιχογραφημένα. Σε ένα από αυτά υπάρχει "δεξαμενή καθαρμών", χώρος που θεωρείται ιερός. Οι πιο ενδιαφέρουσες από τις τοιχογραφίες είναι εκείνες των Κροκοσυλλεκτριών και του Βωμού. Η πρώτη απεικονίζει τρεις γυναίκες σε αγρό με ανθισμένους κρόκους και ένα βωμό, ενώ η δεύτερη γυναίκες που μαζεύουν κρόκους και τους προσφέρουν σε καθιστή θεότητα πλαισιωμένη από πίθηκο και γρύπα. Οι αρχιτεκτονικές ιδιορρυθμίες του κτηρίου και τα θέματα των τοιχογραφιών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην Ξεστή 3 τελούνταν κάποιες τελετές.*
Το τελευταίο κτίριο ήταν η ιδιότυπη Οικία των θρανίων.
Εκεί τελείωσε η περιήγησή μας στον μοναδικό αυτόν αρχαιολογικό χώρο.
Μπήκαμε
στο αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε τη βόλτα μας. Περίπου 1,5χμ Ν.Δ. είναι η
Κόκκινη παραλία.
Φτάσαμε στο πάρκινγκ, αλλά δεν συνεχίσαμε στο μονοπάτι, που λίγες εκατοντάδες μέτρα μετά φτάνει στην παραλία. Αρκεστήκαμε στο κάτασπρο ξωκλήσι στο κάθετο κόκκινο βράχο και στην αγριεμένη θάλασσα, που έδερνε τα βράχια της ακτής.
Φύγαμε
και γυρνώντας έξω από τον αρχαιολογικό χώρο κάναμε δεξιά
και λίγα μέτρα πιο κάτω φτάσαμε στο μικρό λιμανάκι-παραλία που είναι εκεί κοντά. Λίγες φωτογραφίες και συνεχίζουμε.
Περίπου
2χμ προς τα βόρεια είναι το χωριό Ακρωτήρι. Εκεί κάναμε αριστερά και περίπου
μετά από 5χμ φτάσαμε στον επόμενο προορισμό μας.
Μέχρις εκεί απολαύσαμε τη διαδρομή με την άγρια ακτογραμμή στο εσωτερικό της καλδέρας
με το Ασπρονήσι σε πρώτο πλάνο και στο φόντο πίσω του την Παλιά Καμμένη και τη Θηρασιά και δεξιά τη Νέα Καμμένη.
Φτάσαμε λοιπόν στο νοτιοδυτικότερο άκρο του νησιού όπου στέκει ένας πολύ όμορφος Φάρος. Πρωτολειτούργησε το 1892 με πετρέλαιο, σταμάτησε τη λειτουργεία του στη διάρκεια της κατοχής, για λόγους ασφαλείας, ξαναλειτούργησε το 1945, ενώ στη δεκαετία του 1980 έγινε ηλεκτρικός. Σήμερα λειτουργεί αυτόνομα με φωτοβολταϊκά. Δυστυχώς δεν είναι επισκέψιμος αλλά υπάρχει η δυνατότητα να κάνεις κάποια βόλτα στα βράχια γύρω του.
Πήραμε το
δρόμο της επιστροφής.
Σταματήσαμε σε ένα αμπέλι να δούμε λίγα ακόμα κλήματα-«καλάθια»
και λίγο μετά σε κάποιο σημείο που πάνω στο δρόμο είναι το ξωκλήσι του Αγ. Ιωάννη και σε πολύ κοντινή απόσταση άλλα δύο.
Φτάσαμε στο χωριό Ακρωτήρι και κάναμε κάποιες στάσεις για φωτογραφίες. Είναι πολύ εντυπωσιακό το ενετικό κάστρο στο κέντρο του, ένα ακόμα από τα 5 καστέλια εκείνων των χρόνων.
Συνεχίσαμε
μέχρι το Μεγαλοχώρι, που το περάσαμε με το αυτοκίνητο, χωρίς να μπορούμε να
σταματήσουμε κάπου.
Μόνο στην άκρη του σταμάτησα για κάποιες ακόμα φωτογραφίες δύο εκκλησιών που είναι κοντά η μία στην άλλη (πάρα πολλές εκκλησίες η Σαντορίνη!) και βγήκαμε στο δρόμο. Ακολουθώντας νότια πορεία φτάσαμε για άλλη μια φορά στη Βλυχάδα για ψαράκι στην ψαροταβέρνα που είχαμε φάει την πρώτη μέρα.
Μετά το φαγητό βγάλαμε μερικές φωτογραφίες την αφρισμένη θάλασσα στην παραλία της και γυρίσαμε στο δωμάτιο για ξεκούραση και άραγμα.
Εκεί τελείωσε και η τρίτη μέρα στο νησί. Σιγά-σιγά το ταξίδι μας τελείωνε. Είχαμε ακόμα μια μέρα και επιστρέφαμε στο σπίτι μας. Με το καλό.
----------------
*Οι περιγραφές αυτών των κτιρίων είναι από την ιστοσελίδα για το Ακρωτήρι του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι υπόλοιπες περιγραφές από τις πινακίδες
του χώρου.
(το ταξίδι συνεχίζεται )
θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια σας
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)